Μάιος 2011

*

Τι σημαίνει “κομμουνιστικοποίηση”, και τι εννοούμε εμείς με αυτόν τον όρο; Στην πραγματικότητα, έχουμε καταπιαστεί αρκετές φορές με αυτό το θέμα, για παράδειγμα στις απαντήσεις που δίνουμε στο ερωτηματολόγιο της γερμανικής ομάδας Revolution Times, που δημοσιεύτηκε στα αγγλικά με τίτλο What it’s all about? (2007), και σε άλλα κείμενα, συμπεριλαμβανομένης της Συμβολής σε μια Κριτική της Πολιτικής Αυτονομίας (2008).

Αν κάνουμε λόγο για κομμουνιστικοποίηση και όχι απλά για κομμουνισμό, δεν είναι για να μηχανευτούμε μια καινούργια έννοια που θα μας δώσει την οριστική λύση στο αίνιγμα της επανάστασης. Η κομμουνιστικοποίηση δε δηλώνει κάτι παραπάνω από το περιεχόμενο και τη διαδικασία της μελλοντικής επανάστασης. Για παράδειγμα, μόνο η κομμουνιστικοποίηση δίνει νόημα στην κριτική που κάνουμε στη δημοκρατία.

Τα τελευταία χρόνια η κομμουνιστικοποίηση έχει γίνει μια λέξη της μόδας στους ριζοσπαστικούς κύκλους, ακόμα και πέρα από αυτούς που έχουν γίνει γνωστοί ως “κομμουνιστικοποιητές” (communisateurs στα γαλλικά).

Όσο μας αφορά, δε θεωρούμε ότι είμαστε μέλη αυτού του ρεύματος κομμουνιστικοποίησης, όχι περισσότερο από την εγγύτητα (ή μη) που νιώθουμε για έναν αριθμό άλλων κομμουνιστικών ομάδων.

Το ζήτημα της κομμουνιστικοποίησης περιπλέκεται περαιτέρω με την εμφάνιση της θεωρίας των κοινών, σύμφωνα με την οποία μια βαθιά κοινωνική μεταβολή θα μπορούσε να προκύψει από τη συλλογική χρήση και επέκταση όσων πόρων και δραστηριοτήτων ήδη χρησιμοποιούνται και συμβαίνουν από κοινού (για παράδειγμα το σύστημα δημόσιων γαιών στους υπάρχουσες παραδοσιακές χώρες, η ελεύθερη πρόσβαση στο λογισμικό στις πιο σύγχρονες). Με άλλα λόγια, αυτά τα “δημιουργικά κοινά” θα μας δώσουν τη δυνατότητα να οδηγηθούμε σε ένα σταδιακό και ειρηνικό πέρασμα προς την ανθρώπινη κοινότητα.

Η κατάρριψη των θεωριών που θεωρούμε ατελείς ή εσφαλμένες θα συσκότιζε τα κεντρικά μας σημεία. Θα θέλαμε να μείνουμε μακριά από κάθε πόλεμο λέξεων, κι έτσι το παρακάτω κείμενο θα αποπειραθεί να θίξει το ζήτημα της κομμουνιστικοποίησης με όσο πιο άμεσο τρόπο γίνεται.

Λίγες λέξεις για τη λέξη

Στα αγγλικά η λέξη βρίσκεται σε χρήση εδώ και καιρό, για να δηλώσει όμως κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό με το οποίο ασχολούμαστε εδώ. Η κομμουνιστικοποίηση χρησιμοποιήθηκε συχνά ως συνώνυμο για τη σοβιετικοποίηση, δηλαδή την εφαρμογή του πλήρους προγράμματος του κομμουνιστικού κόμματος, με τη λενινιστική (και αργότερα σταλινική) έννοια: “Θεμελιώδες καθήκον της Κομιντέρν είναι η αναζήτηση ευκαιριών κομμουνιστικοποίησης της Ευρώπης και της Βορείου Αμερικής” (R. Service, Trotsky. A Biography, Macmillan, 2009, σελ. 282). Αυτός ήταν και ο ορισμός στο λεξικό Webster των εκδόσεων του 1961 και του 1993, και μέσες άκρες αυτός που δίνει η Wikipedia το 2010[1]. Φυσικά εμείς δε μιλούμε για αυτό το πράγμα.

Σπανιότερα, η κομμουνιστικοποίηση χρησιμοποιήθηκε ως συνώνυμο της ριζοσπαστικής κολλεκτιβοποίησης, με ειδική αναφορά στην Ισπανία του 1936-39, όταν εργοστάσια, αγροκτήματα, αγροτικές και αστικές περιοχές τέθηκαν υπό τη διεύθυνση των εργατικών ή αγροτικών κολλεκτίβων. Αν και αυτό σχετίζεται με αυτό που εννοούμε εμείς με την κομμουνιστικοποίηση, οι περισσότερες από αυτές τις εμπειρίες εφηύραν τοπικά νομίσματα ή χρησιμοποίησαν ως μέσο ανταλλαγής το χρόνο εργασίας. Αυτές οι κολλεκτίβες λειτουργούσαν ως εργατικά διευθυνόμενες επιχειρήσεις προς όφελος του λαού· παρά ταύτα, παρέμεναν επιχειρήσεις.

Εμείς ασχολούμαστε με κάτι διαφορετικό.

Δεν είναι σίγουρο ποιος πρωτοχρησιμοποίησε τη λέξη με την έννοια που θέλει να θίξει το παρόν κείμενο. Από όσο ξέρουμε, ήταν ο Ντομινίκ Μπλανκ: προφορικά στα 1972-74, και γραπτά στο Un Monde Sans Argent (Ένας Κόσμος Δίχως Χρήμα), που εκδόθηκε σε 3 μπροσούρες το 1975-76 από την ομάδα OJTR (είναι η ίδια ομάδα που δημοσίευσε το Μιλιταντισμός, το Ανώτατο Στάδιο της Αλλοτρίωσης του ίδιου). Όποιος κι αν επινόησε τη λέξη, η ιδέα κυκλοφορούσε την ίδια εποχή στον στενό κύκλο γύρω από το βιβλιοπωλείο La Vieille Taupe (“Ο Γερο-τυφλοπόντικας”, 1965-72). Ήδη από τα γεγονότα του Μάη 1968, ο βιβλιοπώλης, ονόματι Πιερ Γκιγιώμ, πρώην μέλος του Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα και της Εργατικής Εξουσίας), αλλά και για λίγο καιρό κοντά στον Γκυ Ντεμπόρ (ο ίδιος ο Ντεμπόρ ήταν μέλος του Σ ή Β το 1960-61), προωθούσε συστηματικά την ιδέα της επανάστασης ως διαδικασίας κομμουνιστικοποίησης, ίσως χωρίς να χρησιμοποιεί την ίδια τη λέξη. Όμως ο Ντομινίκ Μπλανκ ήταν ο πρώτος που δημόσια έδωσε βάρος στη σπουδαιότητά της. Στο Un Monde Sans Argent γράφει ότι η διαφορά ανάμεσα στην κομμουνιστική επανάσταση και σε όλες τις παραλλαγές του ρεφορμισμού δε συνίσταται στο ότι η επανάσταση συνεπάγεται την εξέγερση, αλλά στο ότι αυτή η εξέγερση θα πρέπει να αρχίσει να κομμουνιστικοποιεί την κοινωνία … ειδεμή, δε θα έχει κομμουνιστικό περιεχόμενο. Από αυτή τη σκοπιά, το Un Monde Sans Argent παραμένει ένα κομβικό κείμενο.

Με δυο λόγια

Η ιδέα είναι αρκετά απλή, όμως η απλότητα είναι συχνά κάτι πολύ δύσκολο να διατυπωθεί. Σημαίνει ότι μια επανάσταση είναι κομμουνιστική μόνο όταν μεταβάλλει όλες τις κοινωνικές σχέσεις σε κομμουνιστικές σχέσεις, και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο αν αυτή η διαδικασία ξεκινήσει ήδη από τις πρώτες-πρώτες ημέρες του επαναστατικού ξεσηκωμού. Το χρήμα, η μισθωτή εργασία, η επιχείρηση ως διαχωρισμένη μονάδα και πόλος συσσώρευσης αξίας, ο χρόνος εργασίας ως κάτι το ξεκομμένο από το υπόλοιπο της ζωής, η παραγωγή για την αξία, η ιδιωτική ιδιοκτησία, οι κρατικές αρχές ως διαμεσολαβητές της κοινωνικής ζωής και των κοινωνικών συγκρούσεων, ο διαχωρισμός ανάμεσα σε μάθηση και πράξη, το κυνήγι της μέγιστης και τάχιστης κυκλοφορίας των πάντων, όλα τα παραπάνω πρέπει να καταστραφούν, και όχι απλώς να τεθούν υπό τη διεύθυνση κολλεκτίβων ή να μεταβληθούν σε δημόσια: πρέπει να αντικατασταθούν από συλλογικές, αχρήματες, αφιλοκερδείς, ακρατικές μορφές ζωής. Η διαδικασία θα πάρει χρόνο για να ολοκληρωθεί, όμως θα ξεκινήσει από τις απαρχές της επανάστασης, και δε θα δημιουργεί τις προϋποθέσεις του κομμουνισμού: θα δημιουργήσει τον κομμουνισμό.

“Εκείνοι που ανέπτυξαν τη θεωρία της κομμουνιστικοποίησης απέρριψαν αυτή την τοποθέτηση της επανάστασης σε σχέση με τις μορφές οργάνωσης, και αντ’ αυτού επιδίωξαν να συλλάβουν την επανάσταση αναφορικά με το περιεχόμενό της. Η κομμουνιστικοποίηση συνεπαγόταν μια απόρριψη της αντίληψης της επανάστασης ως ενός συμβάντος κατά το οποίο οι εργάτες καταλαμβάνουν την εξουσία, ακολουθούμενου από μια μεταβατική περίοδο: αντίθετα, [η επανάσταση] έπρεπε να ιδωθεί ως μια κίνηση που χαρακτηρίζεται από άμεσα κομμουνιστικά μέτρα (όπως η ελεύθερη διάθεση των αγαθών), [που λαμβάνονται] τόσο για την αυταξία τους όσο και σαν ένας τρόπος καταστροφής της υλικής βάσης της αντεπανάστασης. Εάν, μετά από μια επανάσταση, η αστική τάξη έχει απαλλοτριωθεί αλλά οι εργάτες παραμένουν εργάτες, παράγοντας σε ξεχωριστές επιχειρήσεις, εξαρτώμενοι από τη σχέση τους με αυτούς τους εργασιακούς χώρους για τη διαβίωσή τους και ανταλλάσσοντας με άλλες επιχειρήσεις, τότε το αν η ανταλλαγή αυτή είναι αυτοοργανωμένη από τους εργάτες ή έχει αποκτήσει κεντρική διεύθυνση από ένα “εργατικό κράτος” είναι μηδαμινής σημασίας: το καπιταλιστικό περιεχόμενο παραμένει, και αργά ή γρήγορα ο διακριτός ρόλος ή η λειτουργία του καπιταλιστή θα επανεδραιωθεί. Αντίθετα, η επανάσταση ως μια κομμουνιστικοποιητική κίνηση θα κατέστρεφε – παύοντας να τις συγκροτεί και να τις αναπαράγει – όλες τις καπιταλιστικές κατηγορίες: την ανταλλαγή, το χρήμα, τα εμπορεύματα, την ύπαρξη ξεχωριστών επιχειρήσεων, το Κράτος και – ακόμα πιο θεμελιωδώς – τη μισθωτή εργασία και την ίδια την εργατική τάξη.”[2]

Πρόκειται για πρόγραμμα;

Δε μιλούμε για ένα πρόγραμμα που μια μέρα θα τεθεί σε εφαρμογή, έστω ένα πρόγραμμα αντίστοιχο προς τις ανάγκες των προλετάριων (και εντέλει της ανθρωπότητας), όμως εξωτερικό ως προς αυτούς, σαν τα διαγράμματα στο σχεδιαστήριο του αρχιτέκτονα που προϋπάρχουν της ανοικοδόμησης της οικίας. Η κομμουνιστικοποίηση εξαρτάται από αυτό που ο προλετάριος είναι και πράττει.

Η βασική διαφορά ανάμεσα στον Μαρξ και τους ουτοπικούς σοσιαλιστές εντοπίζεται στο κύριο θεωρητικό μέλημα του Μαρξ: την σχέση εκμετάλλευσης εργασίας-κεφαλαίου. Επειδή ο προλετάριος είναι η καρδιά και η σάρκα του κεφαλαίου, γι’ αυτό και φέρει κομμουνιστικές δυνατότητες μέσα του, μέσα της. Όταν το κεφάλαιο σταματά να αγοράζει εργασιακή δύναμη, η εργασία δεν είναι τίποτα. Έτσι, σε κάθε βαθιά κοινωνική κρίση ανοίγεται η δυνατότητα για τους προλετάριους να αποπειραθούν να επινοήσουν “κάτι άλλο”. Τις περισσότερες φορές, σχεδόν πάντα για του λόγου το αληθές, ο τρόπος που αντιδρούν πόρρω απέχει από τον κομμουνισμό, όμως η δυνατότητα της ρήξης είναι υπαρκτή, όπως αποδεικνύει και η αλληλουχία από απόπειρες ανά τη σύγχρονη εποχή, από τους Άγγλους Λουδίτες του 1811 μέχρι τους εξεγερμένους της Ελλάδας του 2008.

Αυτός είναι ο λόγος που, αν δεν κατανοήσουμε την παρούσα κοινωνία, και αν δεν κατανοήσουμε πώς θα μπορούσαμε να κινηθούμε από αυτήν στην άλλη, δεν έχει νόημα να φανταζόμαστε μια ολωσδιόλου διαφορετική κοινωνία. Πρέπει να δούμε τι είναι ο κομμουνισμός¸ πώς θα μπορούσε να προκύψει, και ποιοι θα ήταν στην καλύτερη θέση να κάνουν πράξη αυτή την ιστορική μεταβολή.

“Η αυτοχειραφέτηση του προλεταριάτου είναι η κατάρρευση του καπιταλισμού”

Η Καταστασιακή Διεθνής κάποτε πρότεινε ότι “[π]ρέπει να ξαναμελετήσουμε χωρίς καμιά προκατάληψη το κλασικό εργατικό κίνημα”[3]. Για να αντιμετωπίσουμε το παρελθόν μας, πρέπει να έρθουμε σε ρήξη με τον μύθο ενός προλεταριάτου ανέκαθεν έτοιμου να επαναστατήσει … που δυστυχώς ξεστρατίζει ή προδίδεται. Όμως, το ξεσκέπασμα ενός μύθου δεν πρέπει μας κάνει να υπερβάλουμε προς την αντίθετη κατεύθυνση, λέγοντας πως μέχρι τώρα το προλεταριάτο πάλεψε κατ’ εξακολούθηση μόνο για μεταρρυθμίσεις, λάτρεψε την εργασία, και πίστεψε στη βιομηχανική πρόοδο ακόμα περισσότερο κι από τους αστούς, ονειρευόμενο έναν ανέφικτο εργατικά διευθυνόμενο καπιταλισμό. Αυτή η ιστορική ανασυγκρότηση αντικαθιστά ένα μύθο με έναν άλλο, διαμετρικά αντίθετο, αλλά εξίσου παραπλανητικό. Δε γίνεται να διαιρέσουμε τα τελευταία διακόσια χρόνια προλεταριακής εμπειρίας σε δυο διαμετρικά αντίθετες περιόδους: σε μια πρώτη, που φτάνει μέχρι τα τέλη του 20ου αιώνα, κατά την οποία το προλεταριάτο δεν μπορούσε παρά να αγωνίζεται για ένα κοινωνικό πρόγραμμα που μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ως “καπιταλιστικό”, και σε μια δεύτερη φάση (σήμερα), κατά την οποία η ίδια η εξέλιξη του καπιταλισμού καθιστά κενό γράμμα την “εργατικο-καπιταλιστική” επιλογή, αφήνοντας το προλεταριάτο αντιμέτωπο με μια απλή εναλλακτική: κομμουνιστική επανάσταση ή κατακρήμνιση στη βαρβαρότητα.

Τα ιστορικά πειστήρια που διαθέτει αυτή η θεωρία των σταδίων είναι ανυπόστατα.

Επιπλέον, και εδώ είναι το ζουμί, το λάθος ενυπάρχει στο ίδιο το ερώτημα.

Ως τώρα δεν έχει λάβει χώρα καμία κομμουνιστική επανάσταση. Αυτό το προφανές γεγονός ούτε αποδεικνύει … ούτε καταρρίπτει ότι μια επανάσταση τέτοιου είδους ήταν μέχρι τώρα αδύνατη.

Ο Μαρξ στην ανάλυση που κάνει στο έργο του με τίτλο Οι Ταξικοί Αγώνες στη Γαλλία (1850), αρχικά διατυπώνει αυτό που θεωρεί ως γενική ιστορική αρχή:

“Μόλις μια τάξη που συγκεντρώνει τα επαναστατικά συμφέροντα της κοινωνίας ξεσηκωθεί, βρίσκει άμεσα μέσα στην ίδια την κατάστασή της το περιεχόμενο και το υλικό της επαναστατικής της δραστηριότητας: για να τσακίζει τους εχθρούς, για να παίρνει τα μέτρα που επιβάλλουν οι ανάγκες του αγώνα. Οι συνέπειες των πράξεών της τη σπρώχνουν πιο πέρα. Δεν αρχίζει θεωρητικές έρευνες πάνω στα καθήκοντά της.”[4]

Παρακάτω ο Μαρξ αναρωτιέται για τους λόγους για τους οποίους, κατά τη δημοκρατική επανάσταση του Φλεβάρη του 1848, “[η] γαλλική εργατική τάξη δε βρισκόταν σ’ αυτήν τη θέση, ήταν ακόμη ανίκανη να πραγματοποιήσει τη δική της επανάσταση.

Η ανάπτυξη του βιομηχανικού προλεταριάτου καθορίζεται γενικά από την ανάπτυξη της βιομηχανικής αστικής τάξης. (…) [Όμως το 1848] η βιομηχανική αστική τάξη δεν εξουσίαζε τη Γαλλία. (…) Η πάλη ενάντια στο κεφάλαιο, στην αναπτυγμένη, σύγχρονη μορφή της, στο καίριο σημείο της, η πάλη του βιομηχανικού μισθωτού εργάτη ενάντια στο βιομήχανο αστό, είναι στη Γαλλία ένα μερικό φαινόμενο (…) Δεν είναι λοιπόν, ανεξήγητη η προσπάθεια του παρισινού προλεταριάτου να επιβάλει το συμφέρον του πλάι στο αστικό συμφέρον”.[5]

Το τσιτάρισμα δεν αποτελεί απόδειξη, και μπορεί ο Μαρξ να κάνει λάθος, όμως τουλάχιστον ας αντιληφθούμε σωστά τι θέλει να πει. Αν και θεωρούσε τον πλήρως αναπτυγμένο βιομηχανικό καπιταλισμό ως αναγκαίο όρο για την προλεταριακή επανάσταση, δεν πίστευε ότι οι προλετάριοι για μια ορισμένη περίοδο μπορούσαν και όφειλαν να αγωνίζονται για μεταρρυθμίσεις, μέχρι κάποια πλέρια ωριμότητα ή ολοκλήρωση του καπιταλισμού να αφήσει μόνο μια επιλογή: την επανάσταση.

Η κατάτμηση της ιστορίας σε φάσεις έχει μεγάλη χρησιμότητα, εκτός από όταν μετατρέπεται στο κυνήγι της “τελικής” φάσης.

Στο παρελθόν, οι θεωρητικοί που μιλούσαν για μια “τελική” ή “θανάσιμη” κρίση προσπαθούσαν να δείξουν (συνήθως με τη βοήθεια των σχημάτων αναπαραγωγής από τον Β΄ τόμο του Κεφαλαίου) ότι νομοτελειακά θα έρθει μια φάση κατά την οποία η αναπαραγωγή του καπιταλισμού θα είναι δομικά αδύνατη. Το μόνο που έδειξαν στην πραγματικότητα ήταν η ύπαρξη πραγματικών θεμελιωδών αντιφάσεων· όμως, όπως έγραψε ο Μαρξ, αντίφαση δε σημαίνει αδυνατότητα. Σήμερα η μέθοδος απόδειξης απομακρύνεται από σχήματα και αριθμούς, και εντοπίζει το αδύνατο της αναπαραγωγής στην ίδια τη σχέση κεφαλαίου-εργασίας. Με δυο λόγια, μέχρι σήμερα, η κομμουνιστική επανάσταση (ή μια πραγματική απόπειρα πραγματοποίησής της) αποκλειόταν, επειδή η κυριαρχία του κεφαλαίου επί της κοινωνίας δεν ήταν επαρκώς ολοκληρωμένη: υπήρχε κάποιο πεδίο ελεύθερο έτσι ώστε το εργατικό κίνημα να αναπτύσσει σοσιαλιστικά και σταλινικά κόμματα, συνδικάτα, ρεφορμιστικές πολιτικές· άρα, η εργατική τάξη ήταν αναγκασμένη να είναι ρεφορμιστική, και το πολύ-πολύ που θα μπορούσε να επιδιώξει ήταν ένας καπιταλισμός υπό εργατική διεύθυνση. Σήμερα όλα αυτά έχουν περάσει στο παρελθόν: η πλήρως πραγματική κυριαρχία του κεφαλαίου καταστρέφει τη δυνατότητα για οτιδήποτε άλλο από μια κομμουνιστική απόπειρα.

Οφείλουμε να είμαστε επιφυλακτικοί μπροστά στη γοητεία της θεωρίας καταστροφής. Όταν ξέσπασε το 1914, και ακόμα περισσότερο μετά το 1917, οι κομμουνιστές έλεγαν ότι η ανθρωπότητα μπαίνει σε μια εποχή πολέμων και επαναστάσεων. Έκτοτε, ζήσαμε περισσότερους πολέμους από ό,τι επαναστάσεις, και ούτε μία κομμουνιστική επανάσταση. Έχουμε πολύ καλά υπόψη μας τις παγίδες της θεωρίας της “παρακμής”. Μόνο μια νικηφόρα κομμουνιστική επανάσταση θα δώσει μια μέρα τη δυνατότητα σε αυτούς που πήραν μέρος σε αυτήν να πουν: “Ζήσαμε τις τελευταίες μέρες του καπιταλισμού”. Μέχρι τότε, το μόνο ιστορικό εμπόδιο για την αναπαραγωγή του τωρινού κοινωνικού συστήματος θα προέρθει από τους ίδιους τους προλετάριους. Δεν υπάρχει μια εποχή κατά την οποία η επανάσταση είναι δομικά ανέφικτη, και μια άλλη όπου η επανάσταση γίνεται δομικά εφικτή/αναγκαία. Κάθε παραλλαγή της “τελικής κρίσης” παραγνωρίζει την ιστορία: αναζητάται ένας μονόδρομος στον οποίον όλοι οι παράδρομοι που οδηγούν σε μη κομμουνιστικές επιλογές θα ήταν κλειστοί. Όμως η ιστορία είναι φτιαγμένη από σταυροδρόμια, η δε επανάσταση δεν είναι παρά μια πιθανότητα ανάμεσα σε μη-επαναστατικές επιλογές. Η σχηματοποίηση της ιστορίας χάνει τη συνάφειά της όταν αναγγέλλει το τελικό σημείο της εξέλιξης – σε αυτή την περίπτωση, της καπιταλιστικής εξέλιξης – και υποστηρίζει ότι είναι η θεωρία που βάζει ένα τέλος σε όλες τις θεωρίες.

Στα 1934, ως κατακλείδα σε ένα κείμενο με τίτλο Η Θεωρία Κατάρρευσης του Καπιταλισμού, και μετά από μια ενδελεχή μελέτη του αναπόφευκτου χαρακτήρα των μειζόνων κρίσεων, ο Πάνεκουκ γράφει:

“Η εργατική τάξη δεν έχει να περιμένει μια τελική καταστροφή, αλλά πολλές και διάφορες καταστροφές: πολιτικές, όπως οι πόλεμοι, και οικονομικές όπως οι κρίσεις, οι οποίες ξεσπούν άλλες φορές με μια περιοδικότητα, και άλλες ακανόνιστα, όμως συνολικά γίνονται όλο και πιο καταστροφικές καθώς ο καπιταλισμός μεγεθύνεται (…) Ακόμα κι αν ο καπιταλισμός ξεπεράσει την τωρινή κρίση, νέες κρίσεις θα ξεσπάσουν, και μαζί νέοι αγώνες. Σε αυτούς τους αγώνες η εργατική τάξη θα αναπτύξει την αγωνιστική της δύναμη, θα βρει τους στόχους της, θα διδάξει τον εαυτό της, θα γίνει ανεξάρτητη και θα βρει τον τρόπο να αδράξει το ίδιο της το πεπρωμένο, την κοινωνική παραγωγή. Μέσα σε αυτή τη διαδικασία ολοκληρώνεται η συντριβή του καπιταλισμού. Η αυτοχειραφέτηση του προλεταριάτου είναι η κατάρρευση του καπιταλισμού.”

Η έννοια της κομμουνιστικοποίησης έχει σπουδαιότητα ως έχει. Δε χρειάζεται να χρησιμοποιείται για να τροφοδοτήσει μια ακόμα παραλλαγή της θεωρίας της “τελευταίας φάσης του καπιταλισμού”. Το πρόβλημα που έχουμε μπροστά μας δεν είναι να δείξουμε ότι έχουμε μπει σε μιαν εντελώς καινούργια εποχή κατά την οποία το προλεταριάτο δε θα έχει άλλη επιλογή από το να παλέψει για τον κομμουνισμό. Το πρόβλημα είναι να προσπαθήσουμε να ορίσουμε τη συγκεκριμένη διαδικασία της κομμουνιστικής επανάστασης.

Ένας νεωτερισμός;

Το κομμουνιστικό κίνημα προηγείται του σύγχρονου προλεταριάτου που εμφανίστηκε στην Αγγλία κατά τα τέλη του 18ου αιώνα. Ήταν ενεργό κίνημα τον καιρό του Σπάρτακου, του Τόμας Μύντσερ και του Gerrard Winstanley. Πενήντα χρόνια πριν τον Μαρξ, τα σχέδια του Γράκχου Μπαμπέφ λίγη σχέση είχαν με τη μεγέθυνση της βιομηχανίας.

Εξαιτίας του διαχωρισμού του από τα μέσα παραγωγής (κάτι που δεν ίσχυε για το δουλοπάροικο ή τον επίμορτο αγρότη, όσο φτωχοί κι αν ήταν), ο προλετάριος είναι διαχωρισμένος από τα μέσα ύπαρξης. Αυτή η ριζική αποστέρηση είναι ο όρος για να μπορεί να απασχολείται κερδοφόρα από το κεφάλαιο. Όμως αυτό συνεπάγεται ότι, από τις απαρχές της ύπαρξής του, το προλεταριάτο είχε τη δυνατότητα να κάνει μια επανάσταση που καταστρέφει την ιδιοκτησία, τις τάξεις και την εργασία ως δραστηριότητα διαχωρισμένη από το υπόλοιπο της ζωής.

Το θέμα της κομμουνιστικοποίησης είναι τόσο παλιό όσο και οι απόπειρες χειραφέτησης των προλετάριων μέσα από τους αγώνες τους. Όποτε έβγαιναν στην κοινωνική αντεπίθεση, υπόρρητα και κάποτε ρητά στόχευαν σε μια ανθρώπινη κοινότητα που είχε να κάνει με πολύ περισσότερα από καλύτερες εργασιακές συνθήκες, ή από την αντικατάσταση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο με την εκμετάλλευση της φύσης. Η λογική ή οι προθέσεις των κομμουνάρων του 1871, των εξεγερμένων στην Ισπανία του 1936 ή των επαναστατών εργατών του 1969 στο Τορίνο δεν είχαν να κάνουν με “την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων”, ούτε με τη διεύθυνση των ίδιων εργοστασίων χωρίς αφεντικά. Είναι η αποτυχία τους που παραγκώνισε τους στόχους της κοινότητας και αλληλεγγύης, παραμέρισε κάθε σχέδιο επανένωσης ανθρώπου-φύσης, και επανέφερε στο προσκήνιο ό,τι είναι συμβατό με τις ανάγκες και τις δυνατότητες του καπιταλισμού. Βέβαια είναι αλήθεια ότι μέχρι τώρα, στους αγώνες του παρελθόντος ελάχιστες φορές εμφανίστηκαν απόπειρες πραγματοποίησης κομμουνιστικών αλλαγών με την πραγματική έννοια της λέξης, δηλαδή αλλαγών που να έρχονται σε ρήξη με τον πυρήνα της καπιταλιστικής δομής. Όμως αυτός ο περιορισμός επιβλήθηκε τόσο από τα μέσα όσο και από τα έξω: σπανίως οι προλετάριοι προχώρησαν πέρα από τη φάση της εξέγερσης, καθώς οι περισσότερες εξεγέρσεις συντρίβονταν ή καταπνίγονταν. Όταν οι εξεγερμένοι κατάφερναν να τα βγάλουν πέρα, πράγματι επιχειρούσαν να ζήσουν και να δημιουργήσουν κάτι πολύ διαφορετικό από έναν καπιταλισμό υπό εργατική ηγεσία. Τα όρια αυτών των αποπειρών (ειδικά στην Ισπανία, 1936-39) δεν ήταν απλώς αποτέλεσμα της έλλειψης ενός κοινωνικού προγράμματος, αλλά επίσης αποτέλεσμα της ανάθεσης της πολιτικής εξουσίας στα χέρια του Κράτους και των αντεπαναστατικών δυνάμεων.

Αυτό που η Ρόζα Λούξεμπουργκ στα 1903 αποκάλεσε “πρόοδο και στασιμότητα του μαρξισμού” μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε γιατί μια τόσο βαθιά εδραιωμένη “κομμουνιστικοποιητική” οπτική έπρεπε να περιμένει τόσο πολύ πριν γίνει ρητή. Κατά την αυγή του καπιταλισμού, οι δεκαετίες του 1830 και 1840 ήταν μια εποχή μεγαλόπνοων κομμουνιστικών ενοράσεων. Τα Χειρόγραφα του 1844 του Μαρξ εξέφραζαν την κοινωνική κριτική με τον μάλλον οξύτερο τρόπο, τόσο οξύ μάλιστα που ο ίδιος ο συγγραφέας τους πίστευε ότι δεν ήταν αναγκαίο να τα δημοσιεύσει (το κείμενο εκδόθηκε μόλις το 1932). Έπειτα, καθώς το εργατικό κίνημα αναπτυσσόταν ενάντια σε μια θριαμβεύουσα αστική τάξη, το κομμουνιστικό όραμα μετατράπηκε σε απόδειξη και έχασε ένα μεγάλο μέρος της οραματικής του δύναμης: τα συγκεκριμένα μέτρα του Κομμουνιστικού Μανιφέστου (1848) ήταν συμβατά με τη ριζοσπαστική αστική δημοκρατία, στον Α΄ τόμο του Κεφαλαίου (1867) δε γίνονται παρά νύξεις για τον κομμουνισμό, στη δε Κριτική του Προγράμματος της Γκότα (1875) ο κομμουνισμός μόλις και εμφανίζεται. Το ενδιαφέρον του Μαρξ για το “πραγματικό κίνημα” τον οδήγησε στην αναζήτηση των “νόμων της ιστορίας”, και η κριτική του της πολιτικής οικονομίας έφτασε κοντά στο να γίνει μια κριτική πολιτική οικονομία. (Ο Μαρξ ουδέποτε έχασε το όραμα του κομμουνισμού, όπως φαίνεται ξεκάθαρα και από το ενδιαφέρον του για το ρωσικό μιρ: “Εάν η επανάσταση πραγματοποιηθεί την κατάλληλη στιγμή, αν συγκεντρώσει όλες τις δυνάμεις της χώρας για να διασφαλίσει την ελεύθερη ανάπτυξη της αγροτικής κοινότητας, αυτή η τελευταία θα αναδειχθεί σύντομα σαν ένα στοιχείο αναγέννησης της ρωσικής κοινωνίας, σαν στοιχείο ανωτερότητας απέναντι στις χώρες που είναι υποδουλωμένες στο καπιταλιστικό καθεστώς” (1881).

Όμως, μόλις το προλεταριάτο ξανάρχισε την επίθεσή του στην αστική κοινωνία, η επαναστατική θεωρία επανάκτησε τη ριζοσπαστική της ορμή: η Κομμούνα του 1871 έδειξε πως η κρατική εξουσία δεν αποτελεί κατάλληλο επαναστατικό εργαλείο.

Το “δίδαγμα” της παρισινής Κομμούνας ξεχάστηκε εκ νέου μέχρι που, αρκετές δεκαετίες αργότερα, η γέννηση των σοβιέτ και των συμβουλίων να δώσει νέα ζωή σε ό,τι έγραφε ο Μαρξ το 1871.

Το Ένας Κόσμος Δίχως Χρήμα του 1975-76 δεν αποφεύγει να θίξει το ζήτημα της θέσης του Μαρξ αναφορικά με την κομμουνιστικοποίηση (μια λέξη και μια έννοια που ουδέποτε χρησιμοποίησε ο ίδιος):

“Ο λόγος που οι Μαρξ και Ένγκελς δε μίλησαν περισσότερο για την κομμουνιστική κοινωνία ήταν αφενός εξαιτίας του ότι εκείνη η κοινωνία ήταν πιο μακριά από ό,τι σήμερα, και άρα ήταν πιο δύσκολο να τη φανταστεί κανείς, αφετέρου δε εξαιτίας του ότι, αναμφίβολα κατά παράδοξο τρόπο, ήταν περισσότερο παρούσα στα μυαλά των επαναστατών της εποχής τους. Όταν μιλούσαν στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο για κατάργηση του συστήματος της μισθωτής εργασίας, ήταν κατανοητοί από εκείνους των οποίων την ηχώ αποτελούσαν. Σήμερα ο οραματισμός ενός κόσμου απελευθερωμένου από το κράτος και τα εμπορεύματα είναι δυσκολότερος, επειδή κράτος και εμπορεύματα έχουν γίνει πανταχού παρόντα. Όμως έχοντας γίνει πανταχού παρόντα, έχασαν την ιστορική τους αναγκαιότητα.

Οι Μαρξ και Ένγκελς ίσως να μη μπορούσαν να κατανοήσουν τόσο καλά όσο ο Φουριέ τη φύση του κομμουνισμού ως την απελευθέρωση και εναρμόνιση των συναισθημάτων. Όμως ο Φουριέ δεν προχωρά πέρα από το σύστημα των μισθών, καθώς ανάμεσα σε άλλα πράγματα, θέλει οι γιατροί να πληρώνονται, αν και σύμφωνα με την υγεία της κοινότητας και όχι σύμφωνα με τις ασθένειες των ασθενών τους.

Όμως οι Μαρξ και Ένγκελς ήταν αρκετά ακριβολόγοι για να μη χρειάζεται να αναλάβουν την ευθύνη για το γραφειοκρατικό και οικονομικό σύστημα των “κομμουνιστικών” χωρών. Σύμφωνα με τον Μαρξ, με τον ερχομό του κομμουνισμού το χρήμα εξαφανίζεται μονομιάς, και οι παραγωγοί παύουν να ανταλλάσουν τα προϊόντα τους. Ο Ένγκελς μίλησε για την εξαφάνιση της εμπορευματικής παραγωγής με τον ερχομό του σοσιαλισμού.”

Το κομμουνιστικό κίνημα χρωστά τόσα πολλά στην εποχή του. Στις αρχές του 21ου αιώνα, θα είμαστε αφελείς αν πιστεύαμε ότι είμαστε σοφότεροι από τους προκατόχους μας επειδή εμείς κατανοούμε πόσο καταστροφικές μπορούν να γίνουν οι παραγωγικές δυνάμεις. Η φύση του καπιταλισμού παραμένει αμετάβλητη, ακριβώς όπως και η φύση και το πρόγραμμα του προλεταριάτου. Αυτό το πρόγραμμα όμως δεν μπορεί να ξεφύγει από τις συγκεκριμένες ανάγκες και τη νοοτροπία της εκάστοτε περιόδου.

Στα τέλη του 18ου αιώνα, σε μια χώρα που τη μάστιζε η εξαθλίωση, ο λιμός και η ακραία ανισότητα, και είχε ακόμη λιγοστούς εργοστασιακούς εργάτες, ο Μπαμπέφ πρόταξε έναν εξισωτικό και κατά κύριο λόγο αγροτικό κομμουνισμό. Πρωταρχικό του μέλημα ήταν να μπορούν να τρέφονται όλοι. Ήταν αναπότρεπτο, και μάλλον φυσικό, αυτοί οι κατατρεγμένοι άντρες και γυναίκες να σκέφτονται πως είναι οι νέοι Προμηθείς, και να εξισώνουν το τέλος της εκμετάλλευσης με την κατάκτηση της φύσης.

Περίπου εκατό χρόνια μετά, καθώς η βιομηχανική μεγέθυνση δημιουργούσε μια φτώχεια, ανεργία και αποστέρηση νέου τύπου, οι επαναστάτες είδαν τη λύση στην υπό εργατική διεύθυνση “ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων”, η οποία θα ωφελούσε τις μάζες παράγοντας τα προς το ζην και απελευθερώνοντας την ανθρωπότητα από τα δεσμά της αναγκαιότητας. Πρωταρχικό μέλημα δεν ήταν πια μόνο να έχουν όλοι τροφή, στέγαση και περίθαλψη, αλλά και μερίδιο στην απόλαυση του ελεύθερου χρόνου και τις δημιουργικές δραστηριότητες. Καθώς ο καπιταλισμός είχε αναπτύξει τα μέσα “για τον κοινωνικό διαθέσιμο χρόνο, για να μειώσει τον εργάσιμο χρόνο όλης της κοινωνίας σ’ ένα ολοένα μικρότερο ελάχιστο όριο”, η επανάσταση θα μπορούσε “να ελευθερώσει τον χρόνο όλων για τη δική τους ανάπτυξη.”[6]

Έναν αιώνα μετά, η νέα λέξη του συρμού είναι η οικολογία. Κανείς δεν πιστεύει στα σοβαρά σε ένα παράδεισο καμωμένο από εργοστάσια ή εργατικά διεθυνόμενες επιχειρήσεις. Η νέα δημόσια ορθοδοξία διακηρύσσει πως το βιομηχανικό όνειρο αποδείχτηκε εφιάλτης. Έτσι, λίγο βοηθά να καταρρίψουμε την τεχνολατρεία ή να προασπιστούμε τις ανανεώσιμες μορφές ενέργειας ή τα πράσινα κτίρια.

Η ιδέα της κομμουνιστικοποίησης ως μιας επανάστασης που δημιουργεί τον κομμουνισμό – και όχι τις προϋποθέσεις του κομμουνισμού – εμφανίζεται με μεγαλύτερη σαφήνεια όταν ο καπιταλισμός έχει απλώσει την κυριαρχία του παντού, τόσο εκτατικά ως προς το χώρο (η επονομαζόμενη παγκοσμιοποίηση), όσο και εντατικά ως προς τη διείσδυσή του στην καθημερινή ζωή και συμπεριφορά. Αυτό μας βοηθά να συλλάβουμε την επανάσταση ως μια διαδικασία που από την απαρχή της θα ξεκινούσε να καταστρέφει ό,τι θέλει να ξεφορτωθεί, και παράλληλα, από την απαρχή της θα δημιουργούσε νέους τρόπους ζωής (των οποίων η ολοκλήρωση θα κρατούσε φυσικά αρκετό καιρό). Αυτή είναι η καλύτερη απάντηση που υπάρχει στο αναπόφευκτό ερώτημα: “Γιατί γίνεται λόγος για κομμουνιστικοποίηση τώρα;”

Θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί γιατί η έννοια μόλις και εμφανίστηκε στην Ιταλία το 1969-77, όταν αυτή η χώρα έφτασε πιο κοντά από οποιαδήποτε άλλη στο κρίσιμο σημείο της επανάστασης. Μέρος της απάντησης μπορεί να βρεθεί στην πραγματικότητα της ιταλικής εργατικής αυτονομίας τότε, στη θεωρία όσο και στην πράξη. Ο εργατισμός έδινε περισσότερο έμφαση στο επαναστατικό “υποκείμενο” ή φορέα από ό,τι στο περιεχόμενο της επανάστασης, και έτσι το περιεχόμενο στο τέλος περιστάλθηκε στην ίδια την αυτονομία. Αυτό συνδέεται με τα όρια του εργατισμού, του οποίου στόχος ήταν η δημιουργία ή η αναζωογόνηση της οργάνωσης (από τα πάνω, κομματικά, ή από τα κάτω, συμβουλιακά). Ίσως αυτός να είναι ο λόγος που από αυτόν τον πλούτο πρακτικών κομμουνιστικών κριτικών και εγχειρημάτων δεν προέκυψε παρά ελάχιστη συνθετική θεωρητικοποίηση της κομμουνιστικοποίησης. Έξω από τέτοιες υποθέσεις, θα ήταν παρακινδυνευμένο να προβούμε σε μεγαλόσχημες γενικεύσεις για να εξηγήσουμε τις τύχες και τις κακοτυχίες της θεωρίας σε μια συγκεκριμένη χώρα από τα σκαμπανεβάσματα της ταξικής πάλης σε αυτή τη χώρα. Εκτός κι αν κανείς τη βρίσκει παίζοντας με τις λέξεις, λίγη ευχαρίστηση υπάρχει στο να παριστάνει κανείς τον προφήτη του παρελθόντος.

Μετάβαση;

Δε θα είχαμε καμία ένσταση στην έννοια της μετάβασης αν δήλωνε απλώς το προφανές: ο κομμουνισμός δε θα επιτευχθεί εν ριπή οφθαλμού. Όμως η έννοια αυτή συνεπάγεται πολύ περισσότερα, και κάτι ολωσδιόλου διαφορετικό: όχι απλώς μια μεταβατική στιγμή, αλλά μια ολοκληρωμένη μεταβατική κοινωνία.

Όσο συζητήσιμα κι αν είναι τα κουπόνια εργασίας του Μαρξ, στην Κριτική του Προγράμματος της Γκότα (1875) τουλάχιστον γίνεται μια προσπάθεια περιγραφής μιας κοινωνίας χωρίς χρήμα, και άρα χωρίς μισθωτή εργασία. Το πλάνο του για ένα νόμισμα που βασίζεται στο χρόνο εργασίας υποτίθεται πως ήταν ένας προσωρινός τρόπος ανταμοιβής του καθενός ανάλογα με τη συμβολή του στη δημιουργία του κοινού πλούτου. Αργότερα, όταν οι σοσιαλδημοκράτες και οι λενινιστές ενστερνίστηκαν την έννοια της μετάβασης, λησμόνησαν τον σκοπό, και μόνο μέλημά τους έγινε η διεύθυνση μιας σχεδιασμένης οικονομίας. (Αν και οι αναρχικοί συνήθως απορρίπτουν τη μεταβατική περίοδο, συνήθως εστιάζουν στη διεύθυνση, μέσω εργατικών σωματείων ή μιας συνομοσπονδίας από κομμούνες: στην καλύτερη των περιπτώσεων, όταν η κατάργηση της μισθωτής εργασίας παραμένει στην ατζέντα, αποτελεί αποτέλεσμα της κοινωνικοποίησης της παραγωγής, και όχι μια από τις αιτίες της.)

Είναι προφανές ότι ένας τόσο βαθύς και πολύπλευρος μετασχηματισμός όπως ο κομμουνισμός θα κρατήσει δεκαετίες, ίσως και γενιές, μέχρι να εξαπλωθεί σε όλη την υφήλιο. Μέχρι τότε, ανάμεσα σε δυο εποχές, θα είναι ευπρόσβλητος στον εκφυλισμό από τα μέσα ή/και την καταστροφή από τα έξω, πολλώ δε μάλλον καθώς στις διάφορες χώρες και ηπείρους οι νέες σχέσεις δε θα αναπτύσσονται με τον ίδιο ρυθμό. Όμως το κομβικό σημείο είναι ότι η διαδικασία κομμουνιστικοποίησης θα πρέπει να ξεκινήσει όσο γρηγορότερα γίνεται. Όσο πιο κοντά στην απαρχή της επανάστασης ξεκινήσει ο μετασχηματισμός, και όσο βαθύτερα προχωρήσει εξαρχής, τόσο μεγαλύτερες θα είναι και οι πιθανότητες επιτυχίας.

Έτσι, θα υπάρχει “μετάβαση” με την έννοια ότι ο κομμουνισμός δε θα επιτευχθεί εν μια νυκτί. Όμως δε θα υπάρχει “μεταβατική περίοδος” με την έννοια που έχει καταλήξει να έχει ο όρος στον παραδοσιακό μαρξισμό: μια περίοδος που δεν είναι πια καπιταλιστική αλλά ούτε ακόμη κομμουνιστική, μια περίοδος όπου η εργατική τάξη θα συνεχίσει να εργάζεται, όχι πια με σκοπό το κέρδος ή προς όφελος του αφεντικού, αλλά για τον ίδιο της τον εαυτό: θα συνεχίζει να αναπτύσσει τις “παραγωγικές δυνάμεις” (εργοστάσια, καταναλωτικά αγαθά, κτλ.) προτού να μπορέσει να απολαύσει τους πλήρως ώριμους καρπούς της εκβιομηχάνισης. Αυτό δεν είναι το πρόγραμμα της κομμουνιστικής επανάστασης. Δεν ήταν στο παρελθόν και δεν είναι ούτε τώρα. Δε χρειάζεται να συνεχίσουμε να αναπτύσσουμε τη βιομηχανία, ειδικά τη βιομηχανία όπως υπάρχει σήμερα. Και δεν το δηλώνουμε αυτό εξαιτίας του οικολογικού κινήματος και της αντιβιομηχανικής μόδας που υπάρχει στους ριζοσπαστικούς κύκλους. Όπως ειπώθηκε σαράντα χρόνια πριν, τα μισά από τα εργοστάσια θα πρέπει να κλείσουν.

Όμως κάποιες περιοχές θα υστερούν· άλλες θα κατακρημνίζονται πρόσκαιρα στο χάος. Η κατάργηση του χρήματος θα έχει ως αποτέλεσμα τη συγκρότηση αδελφικών, μη-κερδοσκοπικών, συνεργατικών σχέσεων, όμως θα υπάρξουν φορές που η εμπράγματη ανταλλαγή ή η μαύρη αγορά θα επανακάμψουν. Κανείς δε γνωρίζει πώς θα προχωρήσουμε από την ψευδή καπιταλιστική αφθονία σε νέους τρόπους ζωής, όμως ας μην περιμένουμε η κίνηση αυτή να είναι ομαλή και ειρηνική παντού και συνεχώς.

Για παράδειγμα, θα τροποποιούμε τις διατροφικές μας συνήθειες καθώς τροποποιούμε το γούστο μας: η μεταβολή των συνθηκών μεταβάλλει το μυαλό, όπως γράφει η τρίτη θέση για το Φόυερμπαχ (1845). Πρόθεσή μας δεν είναι η δημιουργία ενός νέου ανθρώπου, ενάρετου, σώφρονα, ικανού και συνάμα πρόθυμου να χαλιναγωγεί πάντα τις επιθυμίες του, και να σέβεται διαρκώς τους κανόνες υγιεινής διατροφής. Έναν αιώνα πριν, τα κάστανα ήταν το καθημερινό φαγητό σε μερικές αγροτικές περιοχές της κεντρικής Γαλλίας. Αυτή η “φτωχή” δίαιτα δεν μπορεί να συγκριθεί με την ποικιλία στην οποία έχουμε συνηθίσει στις “πλούσιες” χώρες. Όμως το μέλλον δεν είναι γραμμένο πουθενά. Ίσως να βρούμε περισσότερη απόλαυση σε ένα πιο περιορισμένο εύρος διατροφικών επιλογών από την αφθονία που πωλείται σήμερα στο σουπερμάρκετ.

Βία και Καταστροφή του Κράτους

Ας γυρίσουμε πίσω στο χρόνο για θυμίσουμε κάποια πράγματα.

Για λόγους που δε γίνεται να αναλύσουμε εδώ, οι κομμουνάροι του 1871 δε μετέβαλαν ιδιαίτερα τον κοινωνικό ιστό: αυτό, σε συνδυασμό με την απομόνωση της εξέγερσης σε μία πόλη, απέτρεψε τους κομμουνάρους από το να ασκήσουν έλξη στον υπόλοιπο κόσμο, παρά την αυθεντική λαϊκή υποστήριξη που είχαν στο ίδιο το Παρίσι.

Η υπεροχή του στρατού των Βερσαλλιών δεν είχε να κάνει με τον αριθμό των πεζικάριων ή την ανώτερη ποιότητα των τουφεκιών τους: ο νόμος και η τάξη, και το πρόγραμμα υπέρ της ιδιοκτησίας και εναντίον των εργατών κατανοήθηκαν, προωθήθηκαν και προασπίστηκαν με περισσότερη συνοχή από τους αστούς πολιτικούς από ό,τι ο κομμουναλισμός και ο κοινωνικός δημοκρατισμός από τους ηγέτες της Κομμούνας.

Στη Ρωσία, το 1917, σε αντίθεση με τους κομμουνάρους, οι μπολσεβίκοι είχαν ξεκάθαρη αντίληψη του τι θέλουν – την κατάληψη της εξουσίας – και το κενό εξουσίας τους επέτρεψε να την καταλάβουν. Οι εξεγερμένοι κατέστρεψαν έναν κρατικό μηχανισμό που ήδη βρισκόταν σε τροχιά διάλυσης, δεν αποπειράθηκαν ή δεν κατάφεραν να αλλάξουν την κοινωνική δομή, κέρδισαν τον εμφύλιο πόλεμο, και εντέλει δημιούργησαν μια νέα κρατική εξουσία.

Στην Ισπανία, η εργατική εξέγερση του Ιουνίου του 1936 εξουδετέρωσε τον κρατικό μηχανισμό, όμως μέσα σε λίγες εβδομάδες έδωσε την πολιτική εξουσία πίσω στις ρεφορμιστικές-συντηρητικές δυνάμεις. Έπειτα όλοι οι κοινωνικοί μετασχηματισμοί ήταν περιορισμένοι από την πίεση ενός εκ νέου εδραιωμένου κρατικού μηχανισμού, που λιγότερο από ένα χρόνο αργότερα έστρεψε ανοιχτά την αστυνομία του ενάντια στους εργάτες.

Στη δεκαετία του 1960, το ριζοσπαστικό κύμα εναντιώθηκε στα όργανα καταπίεσης όμως δεν κατάφερε να απαλλαχθεί από αυτά. Η γενική απεργία στη Γαλλία κατέστησε τα κεντρικά πολιτικά όργανα χωρίς ισχύ, μέχρις ότου η παθητική στάση των περισσότερων απεργών να επιτρέψει στο Κράτος να ανακτήσει το ρόλο του. Το κενό εξουσίας δε διήρκησε περισσότερο από μερικές εβδομάδες, και έπειτα χάθηκε.

Αυτή η σύντομη επισκόπηση μάς υπενθυμίζει ότι, αν και σε αφηρημένο επίπεδο είναι ανάγκη να γίνεται ο διαχωρισμός κοινωνικής και πολιτικής σφαίρας, στην πραγματική ζωή αυτός ο διαχωρισμός δεν υφίσταται. Οι αποτυχίες του παρελθόντος μας δεν ήταν κοινωνικές ή πολιτικές: ήταν και τα δύο. Σε περίπτωση που οι κοινωνικές σχέσεις μετασχηματίζονταν, η εξουσία των μπολσεβίκων δε θα μετατρεπόταν σε εξουσία επί των προλετάριων. Αν οι εργάτες κρατούσαν την εξουσία που είχαν κατακτήσει στους δρόμους τον Ιούλη του 1936 στα χέρια τους, οι κοινωνικοποιήσεις μετά το 1936 δε θα κατέληγαν σε καταστροφή.

Η κομμουνιστικοποίηση σημαίνει ότι η επανάσταση δε θα είναι διαδοχή φάσεων: πρώτα η εξάρθρωση και η καταστροφή της κρατικής εξουσίας, και μετά η κοινωνική αλλαγή.

Ουκ ολίγοι σύντροφοι, “αναρχικοί” ή “μαρξιστές”, αν και πρόθυμοι να δεχτούν το παραπάνω ως αρχή, διστάζουν να σκεφτούν σοβαρά την ιδέα της κομμουνιστικοποίησης, καθώς φοβούνται ότι έχει να κάνει με τη μεταβολή του κοινωνικού ιστού χωρίς να γίνει απόπειρα συντριβής της κρατικής εξουσίας. Αυτοί οι σύντροφοι χάνουν το ουσιώδες. Η κομμουνιστικοποίηση δεν είναι αμιγώς ή κατά κύριο λόγο κοινωνική και άρα μη πολιτική ή μόνο περιθωριακά πολιτική. Συνεπάγεται την μάχη ενάντια στα δημόσια – αλλά και τα ιδιωτικά – όργανα καταστολής. Η επανάσταση είναι βίαιη. (Ειρήσθω εν παρόδω, ποια δημοκρατική επανάσταση κερδήθηκε μόνο με δημοκρατικά μέσα;)

Κατά βάση, η κομμουνιστικοποίηση υποσκάπτει τις αντεπαναστατικές δυνάμεις αφαιρώντας τα ερείσματά τους. Η προώθηση της κομμουνιστικοποίησης δε θα προκύψει τουφεκίζοντας καπιταλιστές, αλλά αποστερώντας τους από λειτουργία και εξουσία. Οι κομμουνιστικοποιητές δε θα στοχεύουν εχθρούς, αλλά θα υποσκάπτουν και θα αλλάζουν κοινωνικές σχέσεις. Η ανάπτυξη αχρήματων και μη κερδοσκοπικών σχέσεων θα προκαλέσει αναταράξεις στο σύνολο της κοινωνίας, και θα δράσει σαν πολλαπλασιαστής ισχύος, διευρύνοντας τα σχίσματα ανάμεσα στο Κράτος και σε αυξανόμενες μερίδες του πληθυσμού. Η επιτυχία μας θα εξαρτηθεί εντέλει από την ικανότητα της ανθρώπινής μας κοινότητας να διευρύνεται κοινωνικά. Αυτό είναι σωστό σε τελική ανάλυση.

Όμως οι κοινωνικές σχέσεις ενσαρκώνονται σε κτίρια, σε αντικείμενα, και σε όντα με σάρκα και οστά· η δε κοινωνική αλλαγή δεν είναι ούτε στιγμιαία ούτε αυτόματη. Κάποια εμπόδια θα πρέπει να εξαλειφθούν: όχι απλώς να εκτεθούν, αλλά να καταστραφούν. Θα χρειαστούμε κάτι παραπάνω από πολιτική ανυπακοή: η παθητική αντίσταση δεν αρκεί. Ο κόσμος θα πρέπει να πάρει θέση, κάποιοι θα σταθούν ενάντια στην κομμουνιστικοποίηση. Η επαναστατική αναμέτρηση ισχύος δε θα είναι ένας πόλεμος λέξεων. Τα Κράτη (δικτατορικά ή δημοκρατικά) αποτελούν γιγάντιες συγκεντρώσεις ένοπλης εξουσίας. Όταν αυτή η ένοπλη εξουσία εξαπολυθεί πάνω μας, όσο υψηλότερο το φρόνημα των εξεγερμένων, τόσο περισσότερο η πλάστιγγα της ισορροπίας δυνάμεων θα γέρνει ενάντια στην κρατική εξουσία, και τόσο λιγότερες θα είναι οι αιματοχυσίες.

Μια εξεγερσιακή διαδικασία δε συνίσταται στο να καταλαμβάνουμε κτίρια, να στήνουμε οδοφράγματα και να πατάμε τη σκανδάλη σήμερα, μόνο και μόνο για να τα ξεχάσουμε όλα αύριο. Συνεπάγεται κάτι περισσότερο από απλή αυθορμησία και επί τούτου συνευρέσεις. Εκτός κι αν υπάρχει μια κάποια συνέχεια, το κίνημά μας τη μια μέρα θα εκτοξεύεται στα ουράνια, και θα κατακρημνίζεται την επόμενη. Ένας αριθμός εξεγερμένων θα πρέπει να παραμείνει οργανωμένος και διαθέσιμος με τη μορφή ένοπλων ομαδοποιήσεων. (Εκτός αυτού, δεν έχουν όλοι το ούτε ταλέντο ούτε την επιθυμία να κάνουν τα πάντα). Όμως αν αυτές οι ομαδοποιήσεις αρχίσουν να δρουν σαν σώματα ειδικευμένα στον ένοπλο αγώνα, θα αναπτύξουν ένα μονοπώλιο νόμιμης βίας, και σύντομα θα έχουμε “προλεταριακές” δυνάμεις αστυνομίας, μαζί με μια “προλεταριακή κυβέρνηση”, “λαϊκό στρατό”, κτλ. Η επανάσταση θα είναι βραχύβια.

Δε χωρά αμφιβολία ότι αυτό το πρόβλημα θα εμφανιστεί και θα πρέπει να βρει λύση σε πολύ συγκεκριμένα ζητήματα, όπως το τι κάνουμε με τα αρχεία της αστυνομίας που τυχόν βρούμε. Αν και η επανάσταση θα μπορούσε κατ’ εξαίρεση να χρησιμοποιήσει τα υπάρχοντα αστυνομικά αρχεία και τα δεδομένα των υπηρεσιών ασφαλείας, κατά βάση θα τα καταστρέψει, όπως θα καταστρέψει και τα ποινικά μητρώα κάθε είδους.

Η επανάσταση δεν είναι απολίτικη. Είναι ενάντια στην πολιτική.

Η κομμουνιστικοποίηση συμπεριλαμβάνει την καταστροφή του Κράτους, και τη δημιουργία νέων διαχειριστικών διαδικασιών, όποια μορφή κι αν πάρουν αυτές. Κάθε μια από αυτές τις διαστάσεις ενισχύει την άλλη. Καμία δεν μπορεί να επιτύχει χωρίς την άλλη. Είτε οι δυο αυτές όψεις θα συνδυαστούν, ή θα αποτύχουν αμφότερες. Αν οι προλετάριοι δεν ξεφορτωθούν πολιτικά κόμματα, κοινοβούλια, αστυνομίες και στρατούς, τότε όλες οι κοινωνικοποιήσεις που πετύχουν, οσοδήποτε μακρόπνοες, αργά ή γρήγορα θα συντριβούν, ή θα χάσουν την ορμή τους, όπως συνέβη στην Ισπανία το 1936. Από την άλλη, αν η αναγκαία ένοπλη πάλη ενάντια στην αστυνομία και το στρατό παραμείνει σκέτα στρατιωτική πάλη, ένα μέτωπο κόντρα στο απέναντι, και αν οι εξεγερμένοι δεν επιτεθούν και στις κοινωνικές βάσεις του Κράτους, τότε δε θα κάνουν κάτι παραπάνω από το να ανοικοδομήσουν έναν αντι-στρατό, πριν να ηττηθούν στο πεδίο της μάχης, όπως συνέβη στην Ισπανία μετά το 1936. Μόνο ένα μέλλον Κράτος μπορεί να υπερνικήσει στρατιωτικά το Κράτος.

Η κομμουνιστική επανάσταση δε διαχωρίζει μέσα και σκοπούς. Κατά συνέπεια, δε θα καταλάβει (ή καταστρέψει) πρώτα την πολιτική εξουσία, για να αλλάξει την κοινωνία σε δεύτερο χρόνο. Αμφότερες διαδικασίες θα λαμβάνουν χώρα ταυτόχρονα και θα ενισχύουν η μια την άλλη, επί ποινή καταστροφής.

Η κομμουνιστικοποίηση μπορεί να συμβεί μόνο σε μια κοινωνία που σπαράσσεται από μαζικές στάσεις εργασίες, πολυπληθείς διαδηλώσεις, διαδεδομένη κατάληψη δημοσίων κτιρίων και χώρων δουλειάς, ταραχές, απόπειρες εξέγερσης, και μια απώλεια ελέγχου από το Κράτος σε όλο και μεγαλύτερες ομάδες ανθρώπων και περιοχών. Κοντολογίς, μπορεί να συμβεί μόνο εκεί που υφίσταται αναταραχή τέτοιας ισχύος, που θα κάνει τον κοινωνικό μετασχηματισμό να προχωρήσει βαθύτερα από μια σειρά από σταδιακές προσαρμογές. Η αντίσταση στα ένοπλα αντεπαναστατικά σώματα συνεπάγεται την ικανότητά μας να τα εξουδετερώνουμε και να κάνουμε τα μέλη τους να χάσουν το φρόνημά τους, και να τα αντιπαλεύουμε όταν επιτίθενται. Καθώς μεγαλώνει η ορμή της κομμουνιστικοποίησης, θα προωθεί τις θέσεις της, θα ανεβάζει το διακύβευμα και θα καταφεύγει όλο και λιγότερο στη βία. Όμως, μόνο μια ρόδινη αντίληψη [περί επανάστασης] θα μπορούσε να πιστέψει ότι ιστορικές αλλαγές τέτοιας κλίμακας μπορούν να είναι αναίμακτες.

Στο Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ του Καράκας (2006), ο Τζον Χόλογουεη δήλωσε: “το πρόβλημα δεν είναι να καταργήσουμε τον καπιταλισμό, αλλά να πάψουμε να τον δημιουργούμε”. Αυτό είναι πράγματι μια όψη της κομμουνιστικοποίησης, που συνοψίζεται εξίσου καλά και από έναν από τους χαρακτήρες της νουβέλας της Ούρσουλα Λε Γκεν με τίτλο Ο Αναρχικός των Δυο Κόσμων (1974): σκοπός μας δεν είναι τόσο να κάνουμε, αλλά να είμαστε, να γίνουμε η επανάσταση. Πράγματι. Όμως η θεωρία του Τζον Χόλογουεη σύμφωνα με την οποία μπορούμε “να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να πάρουμε την εξουσία” απογυμνώνει τη διαδικασία από κάθε πραγματικότητα, καθώς αρνείται τον ανταγωνισμό της με το Κράτος. Όπως κι ο Χόλογουεη, δε θέλουμε να καταλάβουμε την εξουσία. Όμως σε αντίθεση με αυτόν και τους πολλούς υποστηρικτές του, γνωρίζουμε ότι η κρατική εξουσία δε θα απονεκρωθεί υπό την απλή πίεση εκατομμυρίων τοπικών κολλεκτίβων: το Κράτος δε γίνεται να πεθάνει από φυσικά αίτια. Απεναντίας, είναι στη φύση του η κινητοποίηση κάθε διαθέσιμου πόρου για την υπεράσπιση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. Η κομμουνιστικοποίηση δε θα αδιαφορήσει για την κρατική εξουσία: θα πρέπει να την καταστρέψει.

Το σύνθημα των Χαρτιστών “Ειρηνικά αν γίνεται, με τη βία αν πρέπει” είναι σωστό στο βαθμό που κατανοούμε ότι θα αναγκαστούμε να δράσουμε “με τη βία”.

Σε επαναστατικούς καιρούς, κοινωνική βία και κοινωνική επινοητικότητα πάνε χέρι-χέρι: η ικανότητα των προλετάριων να κρατούν υπό έλεγχο την ίδια τους τη βία θα εξαρτάται από την ικανότητα αυτής της βίας να είναι τόσο δημιουργική όσο και καταστροφική. Για να είναι η καταστροφή του Κράτους (θέλουμε να καταστρέψουμε την εξουσία, όχι να την καταλάβουμε) κάτι παραπάνω από μια σκέτη φράση, οι αρνητικές πράξεις θα πρέπει να είναι και θετικές. Όμως όχι δημιουργώντας μια νέα αστυνομία, ένα νέο στρατό, νέο κοινοβούλιο, κτλ., αλλά δημιουργώντας νέα σώματα διαβούλευσης και διαχείρισης, άμεσα εξαρτώμενα από τις κοινωνικές σχέσεις.

Ποιοι;

“Το προλεταριακό κίνημα είναι το ανεξάρτητο κίνημα της τεράστιας πλειοψηφίας προς όφελος της τεράστιας πλειοψηφίας (…)” (Κομμουνιστικό Μανιφέστο). Και οι δυο φράσεις είναι κομβικής σημασίας: ανεξάρτητο κίνημα και τεράστια πλειοψηφία. Τούτου λεχθέντος, δε συνεπάγεται ότι σχεδόν όλοι είναι προλετάριοι, ούτε ότι κάθε προλετάριος θα παίξει τον ίδιο ρόλο στη διαδικασία της κομμουνιστικοποίησης. Κάποιοι θα είναι πιο επιρρεπείς στο να ξεκινήσουν τη διαδικασία, κάτι που δε σημαίνει ότι θα αποτελέσουν τους “ηγέτες” της επανάστασης. Απεναντίας, θα πετύχουν μόνο καθόσον θα χάνουν σταδιακά την ιδιαιτερότητά τους. Εδώ σκοντάφτουμε σε μια αναπόφευκτη αντίφαση γύρω από την οποία περιστρέφεται το όλο επιχείρημα. Όμως, δεν πρόκειται για αξεπέραστη αντίφαση.

Δε ζούμε σε μια κοινωνία όπου σχεδόν όλοι είναι υπό εκμετάλλευση και έχουν το ίδιο βασικό συμφέρον σε μια συνολική αλλαγή, και άρα την ίδια επιθυμία και ικανότητα να κάνουν πράξη αυτό που σε τέτοια περίπτωση θα αποτελούσε μια μάλλον ειρηνική διαδικασία, καθώς σχεδόν οι πάντες θα συμμετείχαν: μόνο ένα 3 με 5% θα εναντιωνόταν, μας διαβεβαιώνει ο Καστοριάδης, όμως αναμφίβολα σύντομα κι εκείνοι θα δουν το φως το αληθινό.

Δε ζούμε ούτε σε μια μεταβιομηχανική κοινωνία, ούτε και σε μια μετα-ταξική κοινωνία, και άρα ούτε σε μια μετα-εργατική κοινωνία. Γιατί, θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί, αν ισχύει ότι η εργασία έχει γίνει επουσιώδης, οι εταιρίες μπήκαν τα τελευταία είκοσι χρόνια στον κόπο και μετέτρεψαν εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπινα όντα σε εργάτες γραμμής συναρμολόγησης, σε χειριστές κλαρκ ή σε χειριστές ηλεκτρονικών υπολογιστών; Η εργασία παραμένει κεντρική στις κοινωνίες μας, και όσοι ανήκουν στον κόσμο της εργασίας – είτε επί του παρόντος εργάζονται είτε όχι – θα έχουν περισσότερη κοινωνική ισχύ να αλλάξουν τα πράγματα, τουλάχιστον τις πρώτες ημέρες ή εβδομάδες της κομμουνιστικοποίησης.

Η αντίφαση μπορεί να λυθεί γιατί, αντίθετα με την αστική τάξη που επεδίωκε την πολιτική εξουσία το 1688 (όταν έλαβε χώρα η Ένδοξη Επανάσταση που γέννησε αυτό που τελικά μετεξελίχθηκε στην αγγλική κοινοβουλευτική δημοκρατία) ή το 1789, η εργασία δεν είναι άρχουσα τάξη και ούτε μπορεί να γίνει, ούτε τότε ούτε τώρα.

Η γενική απεργία, η μαζικά αναταραχή και οι ταραχές διαρρηγνύουν την κανονική ροή της κοινωνικής αναπαραγωγής. Η άρση αυτοματισμών και πεποιθήσεων ωθεί τους προλετάριους να επινοήσουν κάτι νέο, κάτι που συνεπάγεται υποκειμενικότητα και ελευθερία: υπάρχουν επιλογές που πρέπει να γίνουν. Ο καθένας βρίσκει το μέρος του, όχι πλέον ως απομονωμένο άτομο, αλλά σε αλληλεπιδράσεις που παράγουν μια συλλογική πραγματικότητα. Όταν οι σιδηροδρομικοί κατεβαίνουν σε απεργία, είναι απίθανο να δουν πέρα από τη δική του συνθήκη: πολύ απλά, δε χρειάζεται να το κάνουν. Σε μια κατάσταση κομμουνιστικοποίησης, η επέκταση των στάσεων εργασίας ανοίγει τη δυνατότητα για τους σιδηροδρομικούς υπαλλήλους να κινηθούν σε ένα διαφορετικό εύρος δραστηριοτήτων, που αποφασίζονται και οργανώνονται από τους ίδιους και από άλλους: για παράδειγμα, αντί να τα αφήσουν να κάθονται στα αμαξοστάσια, μπορούν να λειτουργήσουν τα τρένα – φυσικά χωρίς αντίτιμο – για να μεταφέρουν απεργούς ή διαδηλωτές από τη μια πόλη στην άλλη. Σημαίνει επίσης ότι οι άνθρωποι αρχίζουν να σκέφτονται και να δρουν διαφορετικά σε σχέση με το σύστημα των σιδηροδρόμων, ότι παύουν να πιστεύουν στα θαύματα της μηχανικής για χάρη της προόδου, και ότι παύουν να εμμένουν στην άποψη ότι “τα τρένα υψηλής ταχύτητας είναι καλύτερα καθότι γρήγορα”.

Το τι θα γίνει με τα τρένα υψηλής ταχύτητας και τα λεωφορεία δεν μπορεί να αποφασιστεί αποκλειστικά από τους μηχανοδηγούς και τους οδηγούς λεωφορείων, αν και για ένα διάστημα το άτομο που ήταν στο τιμόνι θα συνεχίσει να έχει περισσότερη ειδημοσύνη στο χειρισμό και την επιδιόρθωσή τους. Ο ρόλος του, ή της, θα είναι ειδικός και προσωρινός. Η επιτυχία της κομμουνιστικοποίησης εξαρτάται από το ξεθώριασμα των προηγούμενων κοινωνιολογικών διακρίσεων και ιεραρχιών: το δρασκέλισμα των αποστάσεων ανάμεσα στα επαγγέλματα θα πηγαίνει χέρι-χέρι με τη διάλυση των νοητικών φραγμών σε σχέση με την προσωπική αξιοσύνη και φιλοδοξία. Η διαδικασία θα είναι πιο περίπλοκη από ό,τι θα περιμέναμε, και πιο απρόβλεπτη: η εμπειρία κάθε μεγάλου κοινωνικού κινήματος (Γερμανία 1918, Ισπανία 1936, Γαλλία 1968, Αργεντινή 2001, για αναφέρουμε μερικά) δείχνει πόσο εύφλεκτο μπορεί να γίνει το πρωτόγνωρο, όταν η κατάσταση ξεφεύγει από τον έλεγχο και δημιουργεί τόσο αδιέξοδα όσο και ανοίγματα. Το ένα πράγμα οδηγεί στο άλλο, και το καθετί γίνεται αφετηρία για την περαιτέρω εξέλιξη. Το παραπάνω συγκεκριμένο παράδειγμα θίγει το ερώτημα του ξεθωριάσματος της διαφοράς ανάμεσα σε “δημόσιες” και “ιδιωτικές” μεταφορές, που με τη σειρά του μας οδηγεί πίσω στο ζωτικό ερώτημα του πού και του πώς ζούμε, δεδομένου ότι τα μέσα μετακίνησης του σήμερα έχουν καθοριστεί από την αστική κατάτμηση σε ειδικές περιοχές διαχείρισης, κατοικίας, εργασίας, διασκέδασης, κτλ.

Επανάσταση της Καθημερινής Ζωής

Το πρόβλημα με τους φιλοσόφους, είπε κάποτε ο Πολωνός νοβελίστας Witold Gombrowicz, είναι πως δε δείχνουν να ενδιαφέρονται για τα παντελόνια και τα τηλέφωνα. Αυτή η παρατήρηση μάλλον δεν αφορά τον Νίτσε, που χωρίς να είναι επαναστάτης, αρνήθηκε “να χειριστεί σαν ασήμαντα όλα τα πράγματα στη ζωή που πρέπει να πάρει κανείς στα σοβαρά – διατροφή, κατοικία, πνευματική τροφή, μεταχείριση των αρρώστων, καθαριότητα, καιρός” (Ίδε ο Άνθρωπος, 1888). Πράγματι, θα αλλάξουμε την καθημερινή ζωή: τον τρόπο που μαγειρεύουμε, τρώμε, ταξιδεύουμε, συναντούμε τους άλλους, μένουμε μόνοι μας, διαβάζουμε, τον τρόπο με τον οποίο δεν κάνουμε τίποτα, γεννούμε και ανατρέφουμε παιδιά, συζητούμε για το παρόν και το μέλλον … με δεδομένο ότι προσδίδουμε στην καθημερινή ζωή το πληρέστερό της νόημα. Είναι λυπηρό ότι αφότου έγινε της μόδας το 1968, η “καθημερινή ζωή” συνήθως περιορίστηκε στο χωροχρόνο εκτός εργασίας, λες και οι άνθρωποι, έχοντας χάσει κάθε ελπίδα αλλαγής της οικονομίας και της μισθωτής εργασίας, να βρήκαν ικανοποίηση στην αλλαγή ελασσόνων πράξεων και δραστηριοτήτων: συναισθήματα, σώμα, οικογένεια, σεξ, συμβίωση, διατροφή, διασκέδαση, κουλτούρα, φιλία, κτλ.

Απεναντίας, η κομμουνιστικοποίηση θα μεταχειριστεί αυτά τα ελάσσονα στοιχεία της ύπαρξης σαν αυτό που είναι: αντανάκλαση και έκφραση των “μειζόνων” στοιχείων. Το χρήμα, η μισθωτή εργασία, οι επιχειρήσεις ως διαχωρισμένες μονάδες και κέντρα συσσώρευσης αξίας, ο χρόνος εργασίας ως ξεκομμένος από τον υπόλοιπο χρόνο, η προσανατολισμένη στο κέρδος παραγωγή, η κατανάλωση σχεδιασμένης αχρήστευσης, οι φορείς που δρουν ως διαμεσολαβητές στην κοινωνική ζωή και τις συγκρούσεις … κάθε μια από αυτές τις στιγμές, τις δραστηριότητες και τους τόπους πρέπει να μετασχηματιστεί σε συνεργατική, αχρήματη, αφιλοκερδής και ακρατική σχέση, και όχι απλώς να τεθεί υπό τη διαχείριση μιας κολλεκτίβας ή να μετατραπεί σε δημόσια ιδιοκτησία.

Η σχέση κεφαλαίου-εργασίας δομεί και αναπαράγει την κοινωνία, και η κατάργηση αυτής της σχέσης αποτελεί τον βασικό όρο για τα υπόλοιπα. Όμως θα ήταν ηλίθιο να περιμένουμε μέχρι την πλήρη εξαφάνιση του συστήματος των επιχειρήσεων, του χρήματος και του κερδοσκοπικού κινήτρου, για να αρχίσουμε να αλλάζουμε την εκπαίδευση και τη στέγαση. Η τοπική δράση θα συμβάλλει στη συνολική αλλαγή.

Για παράδειγμα, η κομμουνιστικοποίηση συνεπάγεται επίσης τη μεταμόρφωση της προσωπικής μας σχέσης με την τεχνική, και της εξάρτησής μας από τη διαμεσολάβηση και τους διαμεσολαβητές. Μια μελλοντική κοινωνία στην οποία οι άνθρωποι θα αισθάνονταν συνεχώς την ανάγκη για ψυχολόγους και θεραπευτές θα αποτύγχανε εντέλει να ανοικοδομήσει την ανθρώπινη κοινότητα: θα συνεχίζαμε να είμαστε ανίκανοι να διαχειριστούμε τις εντάσεις και τις συγκρούσεις μέσα από τη ροή και την αλληλεπίδραση των κοινωνικών σχέσεων, καθώς θα επιζητούσαμε αυτές οι συγκρούσεις να λυθούν από ειδικούς.

Η κομμουνιστικοποίηση είναι η καταστροφή των κατασταλτικών (και αυτοκατασταλτικών) θεσμίσεων και συνηθειών, καθώς και η δημιουργία μη εμπορικών δεσμών που θα τείνουν να είναι όλο και πιο ανέκκλητοι, μη αναστρέψιμοι: “Πέρα από ένα ορισμένο σημείο δεν υπάρχει επιστροφή. Πρέπει να φτάσουμε σε αυτό το σημείο.” (Κάφκα)

Η παρασκευή, κυκλοφορία και χρήση των αγαθών χωρίς χρήμα συμπεριλαμβάνει την καταστροφή της περίφραξης ενός ιδιωτικού πάρκου έτσι ώστε μπορούν να παίζουν τα παιδιά, ή τη δημιουργία ενός περιβολιού μέσα στο κέντρο της πόλης. Συνεπάγεται ακόμη την διάλυση του διαχωρισμού ανάμεσα στην ασφάλτινη ζούγκλα του αστικού τοπίου και σε έναν φυσικό κόσμο που τώρα μετατρέπεται σε χώρους αναψυχής και σε ατραξιόν, όπου οι (ήπιες) κακουχίες μιας δεκαήμερης πεζοπορίας αναπληρώνουν την όλο και πιο αναγκαστική σαββατιάκη οδήγηση σε ένα γεμάτο από κόσμο σουπερμάρκετ. Σημαίνει την εξάσκηση εντός μιας κοινωνικής σχέσης όσων σήμερα γίνονται ιδιωτικά ή έναντι πληρωμής.

Ο κομμουνισμός αποτελεί μια ανθρωπολογική επανάσταση, καθώς έχει να κάνει με ό,τι ανάλυσε ο Μαρσέλ Μάους στο έργο του Το Δώρο (1923): μια ανανεωμένη ικανότητα να δίνουμε, να λαμβάνουμε, να ανταποδίδουμε. Σημαίνει ότι παύουμε να συμπεριφερόμαστε στον γείτονα της διπλανής πόρτας σαν ξένο, και ότι παύουμε να μεταχειριζόμαστε το δέντρο του πεζοδρομίου σαν μέρος ενός τοπίου το οποίο είναι στην ευθύνη των υπαλλήλων του δήμου. Η κομμουνιστικοποίηση είναι η παραγωγή μιας διαφορετικής σχέσης με τους άλλους και τον εαυτό μας, όπου η αλληλεγγύη δε θα προκύπτει από μια ηθική υποχρέωση εξωτερική ως προς εμάς, αλλά μάλλον μέσα από πρακτικές δράσεις και αμοιβαίες σχέσεις.

Ανάμεσα σε άλλα, η κομμουνιστικοποίηση θα σημάνει το ξεθώριασμα της συστηματικής διάκρισης ανάμεσα σε μάθηση και πράξη. Δε θέλουμε να πούμε πως “μακάριοι οι φτωχοί τω πνεύματι”, ούτε πως λίγες εβδομάδες συστηματικής αυτομόρφωσης αρκούν για να μπορεί ο καθένας να μπορεί να μεταφράζει από τα αραβικά στα αγγλικά ή να παίζει το αρπίχορδο. Αν και η μάθηση μπορεί να είναι απολαυστική, συχνά συνεπάγεται πολλή και σκληρή δουλειά. Αυτό που θα καταστρέψει ο κομμουνισμός είναι ο εγκλεισμός της νεολαίας σε σχολικές τάξεις για χρόνια και χρόνια (τώρα πια πρόκειται για 15 με 20 χρόνια στις λεγόμενες αναπτυγμένες χώρες). Στην πραγματικότητα, η σύγχρονη εκπαίδευση έχει πλήρη συνείδηση των μειονεκτημάτων αυτού του παραλογισμού, και προσπαθεί να γεφυρώσει το χάσμα πολλαπλασιάζοντας τις εξωσχολικές δραστηριότητες και τα προγράμματα εργασιακής εμπειρίας. Αυτά τα γιατρικά έχουν λίγα αποτελέσματα: το χάσμα ανάμεσα στο σχολείο και την υπόλοιπη κοινωνία εξαρτάται από έναν άλλο διαχωρισμό, που πηγαίνει βαθύτερα και είναι εγγενής στον καπιταλισμό: τον διαχωρισμό ανάμεσα στην εργασία (δλδ. την έμμισθη και παραγωγική εργασία), και σε ό,τι συμβαίνει έξω από τον χώρο εργασίας και εκλαμβάνεται ως μη-εργασία (οικιακά, ανατροφή των παιδιών, αναψυχή, κτλ., δραστηριότητες δηλαδή που δεν πληρώνονται). Μόνο το ξεπέρασμα της εργασίας ως διαχωρισμένου χωροχρόνου θα μετασχηματίσει την όλη εκπαιδευτική διαδικασία.

Εδώ, ξανά, σε αντίθεση με τις περισσότερες ουτοπίες αλλά και τα σύγχρονα ολοκληρωτικά καθεστώτα, η κομμουνιστικοποίηση δεν προσποιείται ότι προωθεί έναν “καινούργιο θαυμαστό κόσμο” γεμάτο από καινούργιους άντρες και γυναίκες, που όλοι και όλες τους θα είναι ισάξιοι στα ταλέντα και τα επιτεύγματά τους, ικανοί και ικανές να αριστεύουν σε όλα τα γνωστικά πεδία από την αναγεννησιακή ζωγραφική στην αστροφυσική, και των οποίων οι επιθυμίες θα συνδυάζονται πάντοτε σε αρμονία με τις επιθυμίες των εξίσου αξιαγάπητων συνανθρώπων τους.

Απώτερο μέλλον και “εδώ και τώρα”

Λίγοι σήμερα θα συμφωνούσαν με αυτό που έγραψε ο Βίκτορ Σερζ (τότε ως μπολσεβίκος στη Μόσχα) το 1921: “Κάθε επανάσταση θυσιάζει το παρόν για το μέλλον”. Αν και είναι ζήτημα ουσίας να κατανοήσουμε ότι η κομμουνιστικοποίηση θα κάνει το αντίθετο από αυτό που πίστευε ο Σερζ, αυτή η κατανόηση δε μας δίνει την πλήρη εικόνα.

Ένα από δυνατά σημεία των δεκαετιών του 1960 και 1970, ή τουλάχιστον ένα από εκείνα που έχουν χαραχθεί εντονότερα στη μνήμη, ήταν η απόρριψη μιας επανάστασης της οποίας η ολοκλήρωση μετατίθετο σε ένα μέλλον όλο και πιο μακρινό.

Τα χρόνια που ακολούθησαν, καθώς σταδιακά το ριζοσπαστικό κύμα έχανε την ορμή του, η έμφαση στο εδώ και τώρα παρέμεινε, όμως απογυμνώθηκε από το ανατρεπτικό της περιεχόμενο και σκοπό, και ανάχθηκε σε σειρά από επί μέρους αλλαγές στην καθημερινή μας ζωή. Το χρήμα και η μισθωτή εργασία, πανίσχυρα όπως έχουν γίνει, είναι συμβατά – και κάποτε αναζωογονούνται – από ακίνδυνες δόσεις μιας σχετικής ελευθερίας. Μπορεί να υποστηριχθεί από τον καθένα πια πως ένας ορισμένος βαθμός αυτοδιαχείρισης στη γειτονιά, το σώμα, την πατρότητα και μητρότητα, τη σεξουαλικότητα, τη διατροφή, τις συνήθειες ή το χρόνο ψυχαγωγίας συμβάλλει σε ένα γνήσιο μετασχηματισμό της κοινωνίας, και μάλιστα πιο γνήσιο από την παλιομοδίτικη επανάσταση του παρελθόντος. Πράγματι, οι αναμορφωτές της καθημερινής ζωής υποστηρίζουν πως εργάζονται για τη συνολική αλλαγή μέσα από τον πολλαπλασιασμό των τοπικών αλλαγών: υποστηρίζουν πως βήμα-βήμα, η ισχυροποίηση των ανθρώπων θα κατακτήσει όλο και περισσότερα κοινωνικά πεδία, μέχρι στο τέλος η αστική εξουσία να καταστεί περιττή, το δε Κράτος ανίσχυρο. Ο πρώην καταστασιακός Ραούλ Βανεγκέμ συμπύκνωσε αυτό το όραμα τέλεια και σύντομα (πρόκειται και για τον τίτλο του βιβλίου του τού 2010): “To Κράτος δεν είναι τίποτε, ας γίνουμε τα πάντα”.

Στον απόηχο του “68”, ενάντια στο σταλινισμό και το στήσιμο του κόμματος από μαοϊκούς και τροτσκιστές, η ριζοσπαστική σκέψη είχε να αντιπαλέψει την αναγωγή της επανάστασης στην κατάληψη της πολιτικής εξουσίας, και τη μετάθεση της πραγματικής αλλαγής για τις καλένδες που ποτέ δε θα έρχονταν.

Τριάντα χρόνια μετά, ο σταλινισμός έχει περάσει στην ιστορία, το στήσιμο κομμάτων είναι ντεμοντέ, και είναι όλο και πιο δύσκολο να διακρίνει κανείς τους πρώην τροτσκιστές από τους σύγχρονους ακροαριστερούς. Ενώ ωθεί εκατομμύρια και εκατομμύρια μέσα ή έξω από την εργασία, ο καπιταλισμός του σήμερα, που περιβάλλει τα πάντα, φορά πολύ συχνότερα ένα ηδονιστικό παρά ένα πουριτανικό προσωπείο. Έχει φέρει τούμπα τη φράση του Βίκτωρ Σερζ: “Μην θυσιάζεις το παρόν…! Ζήσε, επικοινώνησε εδώ και τώρα!”

Η κομμουνιστικοποίηση πράγματι θα πειραματιστεί με νέους τρόπους ζωής, όμως θα είναι κάτι παραπάνω και κάτι διαφορετικό από την επέκταση των κοινωνικά αβλαβών προσωρινών ή μόνιμων “αυτόνομων ζωνών” όπου σήμερα μας επιτρέπεται να παίζουμε, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπερβαίνουμε τα εσκαμμένα, δλδ. υπό την προϋπόθεση ότι σεβόμαστε την ύπαρξη της μισθωτής εργασίας και αναγνωρίζουμε την αγαθοεργή φύση του Κράτους.

Τα κοινά;

Η μαρξιστική-προοδευτική προσέγγιση έχει απαξιώσει συστηματικά τις προκαπιταλιστικές μορφές, θεωρώντας πως είναι αδύνατο να συμβάλλουν στον κομμουνισμό: η εκβιομηχάνιση κατ’ αποκλειστικότητα υποτίθεται πως θα έστρωνε το δρόμο για την προλεταριακή επανάσταση.

Στο παρελθόν και από πολλές απόψεις και στο παρόν, αρκετά πράγματα και δραστηριότητες δεν ανήκουν σε κανένα και μπορούν να τα απολαμβάνουν όλοι. Οι κοινοτικά θεσμοθετημένοι κανόνες θέτουν φραγμούς στην ιδιωτική ιδιοκτησία. Η από κοινού χρήση των αλετριών, τα άφρακτα χωράφια και τα κοινά βοσκοτόπια ήταν συνηθισμένες καταστάσεις στην αγροτική ζωή. Συνελεύσεις κοινοτήτων και συλλογικές αποφάσεις δεν ήταν κάτι το ασύνηθες, πιο συχνά για ελάσσονα ζητήματα, αλλά μερικές φορές και για σημαντικά πράγματα.

Αν και μας δίνουν αξιόλογες ιδέες με τι μπορεί να μοιάζει ένας εφικτός κόσμος του μέλλοντος, και πράγματι συχνά συμβάλλουν στον ερχομό του, αυτές οι συνήθειες και πρακτικές αδυνατούν να φέρουν τον ερχομό του μελλοντικού κόσμου από μόνες τους. Έναν αιώνα πριν, το ρωσικό μιρ δεν είχε ούτε τη δύναμη ούτε την πρόθεση να επαναστατικοποιήσει την κοινωνία: η αγροτική συνεργασία εξαρτιόταν από ένα κοινωνικό σύστημα και μια πολιτική τάξη πραγμάτων που ήταν πέρα από τον έλεγχο της αυτονομίας του χωριού. Σήμερα, εκατομμύρια συνεργατικές τα βρίσκουν σκούρα όταν πάνε να παίξουν μπάλα στο χώρο των πολυεθνικών – τα καταφέρνουν δε μόνο όταν μετατρέπονται οι ίδιες σε μεγάλες επιχειρήσεις.

Η κριτική που κάνουμε στον προοδευτισμό δε σημαίνει ότι υποστηρίζουμε την παράδοση κόντρα στον μοντερνισμό. Τα κοινωνικά έθιμα έχουν πολλά καταπιεστικά χαρακτηριστικά (ιδίως, αλλά όχι μόνο, αναφορικά με τις γυναίκες), και είναι τόσο αντικομμουνιστικά όσο και η κυριαρχία του χρήματος και της μισθωτής εργασίας. Η κομμουνιστικοποίηση θα επιτύχει όντας κριτική τόσο ως προς το μοντερνισμό όσο και ως προς την παράδοση. Για να αναφέρουμε δυο πρόσφατα παραδείγματα, κατά την παρατεταμένη εξέγερση στην Καμπύλια και τον ξεσηκωμό της Οαχάκα, αποδείχτηκε πως οι συλλογικοί δεσμοί και οι συνελεύσεις μπορούν να ξαναγεννηθούν και να ισχυροποιήσουν τη λαϊκή αντίσταση. Η κομμουνιστικοποίηση θα συμπεριλαμβάνει την αναζωογόνηση παλαιών παραδοσιακών μορφών, όταν αναγεννώντας τες οι άνθρωποι θα κερδίσουν περισσότερα από αυτές από ότι στο παρελθόν. Η αναβίωση συλλογικών εθίμων του παρελθόντος θα συνεισφέρει στη διαδικασία κομμουνιστικοποίησης, μέσα όμως από το μετασχηματισμό αυτών των εθίμων.

Κοινότητα

Στους μοντέρνους καιρούς έχουν προταθεί πολλά και διάφορα οράματα του μελλοντικού κομμουνιστικού κόσμου, από το Sylvan Marechal και τον Γκ. Μπαμέφ, τον Μαρξ, ακόμη και τον Αρτύρ Ρεμπώ το 1871, τον Κροπότκιν και πολλούς αναρχικούς, τους Ολλανδούς συμβουλιακούς κομμουνιστές τη δεκαετία του 1930, κτλ. Τα περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά αυτών των προτάσεων μπορούν να συνοψιστούν στην παρακάτω φόρμουλα:

Κομμουνισμός = άμεση δημοκρατία = ικανοποίηση των αναγκών = κοινότητα + αφθονία = ισότητα

Καθώς το ιστορικό υποκείμενο του μέλλοντος εμφανίζεται σε αυτά τα οράματα ως μια αυτοοργανωμένη ανθρώπινη κοινότητα, το μεγάλο ερώτημα είναι το πώς θα οργανώνεται. Ποιος θα άρχει: όλοι, λίγοι, κανείς; Ποιος θα αποφασίζει: η συλλογικότητα ή μια σοφή μειονότητα; Θα αναθέτει το ανθρώπινο είδος αρμοδιότητες σε λίγα άτομα, και αν ναι, με ποιο τρόπο;

Δε χρειάζεται εδώ να επιστρέψουμε στην κριτική της δημοκρατίας, με την οποία έχουμε ασχοληθεί σε άλλα κείμενα, αλλά θα εστιάσουμε σε ένα σημείο: επειδή οι επαναστάτες (μαρξιστές και αναρχικοί), στη μεγάλη τους πλειονότητα, θεωρούσαν τον κομμουνισμό πάνω από όλα ως ένα νέο τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας, πρωταρχικό τους μέλημα ήταν η εξεύρεση των βέλτιστων δυνατών οργανωτικών μορφών, θεσμών με άλλα λόγια, είτε παγιωμένων είτε προσαρμοστικών, περίπλοκων ή εξαιρετικά απλών. (Ο ατομικιστικός αναρχισμός δεν είναι παρά μια οργάνωση άλλου τύπου: μια συνύπαρξη από εγώ που είναι ελεύθερα και ίσα, επειδή είναι ανεξάρτητα αναμεταξύ τους.)

Εμείς ξεκινούμε από άλλη αφετηρία: ο κομμουνισμός αφορά τόσο τη δραστηριότητα των ανθρώπινων όντων όσο και τις αμοιβαίες σχέσεις τους. Ο τρόπος που σχετιζόμαστε αναμεταξύ μας εξαρτάται από αυτό που πράττουμε από κοινού. Ο κομμουνισμός οργανώνει την παραγωγή και δε διακατέχεται από θεσμοφοβία, όμως, καταρχήν, δεν είναι ούτε θεσμός, ούτε παραγωγή: είναι δραστηριότητα.

Οι ενότητες που ακολουθούν δε δίνουν παρά μερικά παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο η εργασία θα μπορούσε να μετασχηματιστεί σε δραστηριότητα.

Χωρίς χρήμα

Κομμουνιστικοποίηση δε σημαίνει ότι τα πάντα γίνονται διαθέσιμα σε όλους χωρίς να πληρώνει κανείς, λες και το ζήτημα είναι η απελευθέρωση των μέσων παραγωγής και των τρόπων κατανάλωσης από την εμπορευματική τους μορφή: οι αγορές θα γίνονται με ευκολία … χωρίς πορτοφόλι ή πιστωτικές.

Η ύπαρξη του χρήματος συχνά εξηγείται από την (λυπηρή αλλά, δυστυχώς, αναπόφευκτη) ανάγκη ύπαρξης ενός μέσου διανομής των αντικειμένων που είναι υπερβολικά σπάνια για να μοιραστούν ελεύθερα: ένα μπουκάλι σαμπάνιας οφείλει να έχει τιμή επειδή παράγονται μικρές ποσότητες σαμπάνιας. Αν ήταν έτσι τα πράγματα, πώς εξηγείται ότι παρόλο που παράγονται εκατομμύρια τεμάχια ημερησίως, εκτός κι αν δώσω 1 ευρώ για ένα σακουλάκι πατατάκια, κατά πάσα πιθανότητα θα βρω το μπελά μου με τον σεκιουριτά;

Το χρήμα είναι κάτι παραπάνω από ένα δυσάρεστο πλην απαραίτητο εργαλείο: υλοποιεί τον τρόπο που σχετίζονται οι δραστηριότητες αλλά και τα ανθρώπινα όντα αναμεταξύ τους. Μετρούμε, συγκρίνουμε και ανταλλάσσουμε τα αντικείμενα ανάλογα με το μέσο χρόνο εργασίας (πραγματικό ή υποτιθέμενο) που είναι αναγκαίος για την παρασκευή τους, κάτι που λογικώ τω τρόπω οδηγεί στο να αξιολογούμε τις πράξεις και τους ανθρώπους με τον ίδιο τρόπο.

Το δίπολο αξίας χρήση και ανταλλακτική αξία γεννήθηκε από μια κατάσταση κατά την οποία κάθε δραστηριότητα (και το αντικείμενο που προέκυπτε από αυτή) έπαψε να βιώνεται και να αποτιμάται γι’ αυτό που είναι συγκεκριμένα, είτε πρόκειται για ένα καρβέλι ψωμί είτε για ένα βάζο. Έκτοτε, το καρβέλι και το βάζο υπήρχαν πάνω από όλα μέσα από τη δυνατότητά τους να ανταλλάσσονται αναμεταξύ τους, και τα άτομα τα μεταχειρίζονταν στη βάση αυτού που είχαν ως αντικείμενα από κοινού: παρόλη τη διαφορετική τους φύση και χρήση, αμφότερα αποτελούσαν συγκρίσιμα αποτελέσματα της ίδιας πρακτικής, της εργασίας γενικά, ή αφηρημένης εργασίας, και μπορούσαν να αναχθούν σε ένα καθολικό και ποσοτικοποιήσιμο στοιχείο, τη μέση ανθρώπινη προσπάθεια που είναι αναγκαία για την παραγωγή του ψωμιού και του βάζου. Η δραστηριότητα μετατράπηκε σε εργασία. Το χρήμα είναι αποκρυσταλλωμένη εργασία: προσδίδει υλική μορφή σε αυτή την κοινή υπόσταση.

Μέχρι και την εποχή μας, σχεδόν όλες οι κοινωνίες δε βρήκαν παρά την εργασία σαν το μέσο για να οργανωθεί η ζωή από κοινού, και το χρήμα συνδέει αυτό που έχει διαχωριστεί από τον καταμερισμό εργασίας.

Λίγες χιλιετίες μετά τη γέννηση της “αφηρημένης εργασίας”, ο καπιταλισμός επέκτεινε ανά την υφήλιο την προλεταριακή συνθήκη, δηλαδή τη συνθήκη εκείνων που είναι ριζικά αποστερημένοι, και δεν μπορούν να ζήσουν παρά μόνο πωλώντας την εργασιακή τους δύναμη σε μια ελεύθερη αγορά. Καθώς ο προλετάριος είναι το εμπόρευμα από το οποίο εξαρτάται το όλο εμπορευματικό σύστημα, έχει τη δυνατότητα να το ανατρέψει. Η προλεταριακή επανάσταση μπορεί να δημιουργήσει ένα νέο τύπο κοινωνικής αλληλεπίδρασης όπου τα όντα και τα πράγματα δε θα χρειάζεται να συγκριθούν και να ποσοτικοποιηθούν έτσι ώστε να παράγονται και να κυκλοφορούν. Το χρήμα και το εμπόρευμα θα πάψουν πια να αποτελούν τη βασιλική οδό για την οικουμενικότητα.

Συνεπώς, η κομμουνιστικοποίηση δε θα καταργήσει την ανταλλακτική αξία διατηρώντας παράλληλα την αξία χρήσης, γιατί η μία συμπληρώνει την άλλη.

Σε όχι λίγες εξεγέρσεις του παρελθόντος, όπως στην παρισινή Κομμούνα ή τον Οκτώβρη του 1917, οι μόνιμοι ένοπλοι μαχητές πληρώνονταν ως στρατιώτες της επανάστασης, σαν αυτό δηλαδή που ήταν.

Από τις πρώτες ώρες και ημέρες μιας μελλοντικής κομμουνιστικής επανάστασης, οι συμμετέχοντες ούτε θα χρειάζονται, ούτε θα χρησιμοποιούν ή θα λαμβάνουν χρήμα για να αγωνιστούν ή να τραφούν, επειδή τα αγαθά δε θα ανάγονται μια ποσότητα συγκρίσιμη με άλλες ποσότητες. Η κυκλοφορία θα βασίζεται στην ιδιαιτερότητα κάθε πράξης και κάθε ατόμου, που δε θα χρειάζεται να συγκριθούν αναμεταξύ τους για να υπάρξουν.

Οι επιφανειακοί κριτικοί του καπιταλισμού αποκηρύσσουν τη χρηματοπιστωτική σφαίρα και εξυμνούν αυτό που είναι γνωστό ως “πραγματική” οικονομία. Όμως σήμερα ένα αυτοκίνητο ή ένα σακί αλεύρι έχουν χρήση επειδή οι άνθρωποι τα μεταχειρίζονται (και τα χειρίζονται) σύμφωνα με το κόστος τους με χρηματικούς όρους, δλδ. εντέλει σύμφωνα με το χρόνο εργασίας που είναι ενσωματωμένος σε αυτά. Τίποτα πια δεν υπάρχει στ’ αλήθεια ξέχωρα από το κόστος του. Είναι αδιανόητο κάποιοι γονείς που έχουν ένα αγόρι και ένα κορίτσι, να πάρουν σαν δώρο για τα γενέθλια των παιδιών τους ένα αυτοκίνητο και ένα t-shirt αντίστοιχα. Αν το κάνουν, όλοι θα μετρήσουν την αγάπη που έχουν για τα δυο παιδιά τους ανάλογα με το αντίστοιχο χρηματικό ποσό που ξόδεψαν για το καθένα. Στο σημερινό κόσμο, για να μπορούν να υπάρχουν κοινωνικά τα αντικείμενα, οι πράξεις, τα ταλέντα και τα πρόσωπα, πρέπει να συγκρίνονται, να ανάγονται σε μια υπόσταση κοινή και ποσοτικοποιήσιμη.

Όταν χτίζεται μια κατοικία, υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στο να διασφαλιστεί ότι οι οικοδόμοι δε θα ξεμείνουν από τούβλα και σοβά (κάτι για το οποίο μπορούμε να υποθέσουμε με ασφάλεια ότι και οι κομμουνιστές οικοδόμοι θα νοιάζονται), και στην κοστολόγηση της ανέγερσης μιας κατοικίας (κάτι που στην τωρινή κοινωνία αποτελεί προϋπόθεση για τα επόμενα). Η κομμουνιστικοποίηση έχει να κάνει με το να συνηθίσουμε να κάνουμε υπολογισμούς με φυσικές πραγματικότητες, χωρίς να καταφεύγουμε στη λογιστική. Το μολύβι και το τεφτέρι (ή πιθανά ο Η/Υ) του οικοδόμου δεν είναι το ίδιο πράγμα με το βιβλίο εσόδων-εξόδων του τμήματος λογιστικής.

“Κατά την κομμουνιστική επανάσταση, η πράξη της παραγωγής δε θα έχει ποτέ μόνο παραγωγικό χαρακτήρα. Ένα σημείο αυτού μεταξύ άλλων θα είναι το γεγονός ότι το προϊόν θα είναι ιδιάζον: θα αντιστοιχεί σε ανάγκες που έχουν εκφραστεί προσωπικά (από τους άμεσους εκείνη τη στιγμή παραγωγούς ή από άλλους) και ότι η ικανοποίηση της ανάγκης δε θα διαχωρίζεται από την ίδια την παραγωγική πράξη. Ας σκεφτούμε για παράδειγμα πως θα αλλάξει η κατασκευή των σπιτιών όταν εκλείψει η προτυποποίηση. Παραγωγή χωρίς παραγωγικότητα σημαίνει πως κάθε άτομο που εμπλέκεται σε ένα κατασκευαστικό πρότζεκτ θα είναι σε θέση να καταθέτει την άποψη του σχετικά με το προϊόν και τις μεθόδους. Τα πράγματα θα πηγαίνουν πολύ πιο αργά από ότι στη σημερινή αυτοματοποιημένη κατασκευαστική βιομηχανία. Οι συμμετέχοντες στην κατασκευή μπορεί ακόμη και να θέλουν να κατοικήσουν οι ίδιοι στο κτίσμα που κατασκευάζουν. Θα πρόκειται για μια εντελώς χαοτική κατάσταση; Ας πούμε ότι ο χρόνος δε θα μετράει και ότι οι περιπτώσεις στις οποίες το πρότζεκτ δε θα ολοκληρώνεται, στις οποίες θα εγκαταλείπεται στη μέση – μπορεί γιατί η παραγωγή των υλικών που χρησιμοποιούνται να γίνεται επίσης χωρίς παραγωγικότητα – δε θα αποτελεί πρόβλημα. Ξανά, αυτό θα συμβαίνει γιατί η δραστηριότητα θα δικαιολογείται στον ίδιο της τον εαυτό, ανεξάρτητα από το παραγωγικό της αποτέλεσμα.

Σε γενικές γραμμές, μπορούμε να πούμε ότι η κομμουνιστικοποίηση αντικαθιστά την κυκλοφορία των αγαθών μεταξύ των “συνασπισμένων παραγωγών” με την κυκλοφορία των ανθρώπων από τη μια δραστηριότητα στην άλλη.”[7]

Κριτικός μετά το δείπνο

“Στην κομμουνιστική κοινωνία, όπου κανένας δεν έχει μια αποκλειστική σφαίρα δραστηριότητας, αλλά καθένας μπορεί να τελειοποιηθεί σε όποιο κλάδο θέλει, η κοινωνία ρυθμίζει τη γενική παραγωγή και έτσι κάνει δυνατό για μένα να κάνω ένα πράγμα σήμερα και άλλο αύριο, να κυνηγώ το πρωί, να πηγαίνω για ψάρεμα το απόγευμα, να φροντίζω τα ζώα το βράδυ, να κάνω κριτική μετά το δείπνο, όπως ακριβώς μου αρέσει, χωρίς ποτέ να γίνομαι κυνηγός, ψαράς, βοσκός ή κριτικός.”[8]

Αυτή η δήλωση έχει γίνει αντικείμενο χλεύης από τους αστούς για την αφέλειά της, και έχει δεχτεί επιθέσεις από ριζοσπάστες επειδή αποδέχεται αμφισβητήσιμες δραστηριότητες, όπως φυσικά το κυνήγι, και γενικότερα για το ότι επιδοκιμάζει την κυριαρχία του ανθρώπου επί του ζωικού βασιλείου. Μια ακόμη πιο κριτική οπτική θα έθετε το ερώτημα του λόγου για τον οποίον ο Μαρξ κρατά τη φιλοσοφία ή την τέχνη για το βράδυ, σαν από σπόντα, λες και δεν υπάρχει ώρα για αυτά κατά την εξεύρεση τροφής, μια δραστηριότητα που φαίνεται να καταλαμβάνει τον περισσότερο χρόνο στο όραμά του…

Το 1845, ο Μαρξ δεν μας παρείχε με ένα προσχέδιο για το μέλλον, και [στο όραμά του] ενσωμάτωσε τις δικές του προκαταλήψεις, αλλά και της εποχής του. Όμως και εμείς σήμερα κάνουμε το ίδιο πράγμα, και θα φερόμασταν υποκριτικά αν σκεφτόμασταν ότι είμαστε απαλλαγμένοι από προκαταλήψεις.

Η πιο έγκυρη όψη της παραπάνω δήλωσης παραμένει η ιδέα ότι οι άνθρωποι που θα ζουν σε έναν κομμουνιστικό κόσμο δε θα είναι αγκιστρωμένοι σε ένα επάγγελμα ή σε μια λειτουργία για όλη τους τη ζωή, κάτι που συνεχίζει να είναι η μοίρα των περισσότερων από εμάς. Όταν δε συμβαίνει αυτό, η κινητικότητα είναι κάτι που το πιο συχνά μας επιβάλλεται: οι λιγότερο εξειδικευμένοι συνήθως καταλαμβάνουν τις χειρότερες θέσεις εργασίας, τις χειρότερα αμοιβόμενες και με τη χαμηλότερη κοινωνική εικόνα, και είναι οι πρώτοι που απολύονται και πιέζονται να μπουν σε προγράμματα επανακατάρτισης. Εκτός αυτού, το multi-tasking [παράλληλη εκτέλεση πολλών καθηκόντων] είναι ένας τρόπος να γίνουν οι εργάτες πιο παραγωγικοί.

Όσο υπάρχει η εργασία ως τέτοια, δηλαδή ως ένας χωροχρόνος αφιερωμένος στην παραγωγή (και στην απόκτηση χρημάτων), η ιεραρχία των δεξιοτήτων θα συνεχίσει και αυτή να υπάρχει. Μόνο το άνοιγμα των παραγωγικών πράξεων στο υπόλοιπο της ζωής θα μεταβάλλει αυτή την κατάσταση. Ανάμεσα σε άλλα, αυτό συνεπάγεται το τέλος του σημερινού χώρου εργασίας ως ενός ιδιαίτερου και διακριτού τόπου, όπου η είσοδος επιτρέπεται μονάχα στους έχοντες εργασία.

Σπάνη ενάντια στην αφθονία: Προμηθεύς λυόμενος;

Για πολλούς κομμουνιστές (για μια ακόμη φορά, για τους περισσότερους μαρξιστές και ουκ ολίγους αναρχικούς), η πρωταρχική αιτία της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από άνθρωπο ήταν η ανάδυση ενός πλεονάσματος παραγωγής σε κοινωνίες που μαστίζονταν από σπάνη. Η λογική αυτού του επιχειρήματος μπορεί να συνοψιστεί ως εξής. Για χιλιάδες χρόνια, μια μειοψηφία μπορούσε να κάνει την πλειοψηφία να δουλεύει προς όφελος των λίγων προνομιούχων, που κρατούσαν το μεγαλύτερο μέρος του πλεονάσματος για λογαριασμό τους. Ευτυχώς, παρά τις φρικαλεότητες του παρελθόντος και του παρόντος, ο καπιταλισμός σήμερα παράγει έναν πρωτόγνωρο και ολοένα μεγεθυνόμενο πλούτο: συνεπώς η πανάρχαια ανάγκη (και επιθυμία) εκμετάλλευσης και κυριαρχίας χάνει την πρότερη αντικειμενική της αιτία. Η φτώχια των μαζών παύει να αποτελεί όρο για την παιδεία, την ψυχαγωγία και την τέχνη που απολάμβαναν μόνο οι οικονομικές, πολιτικές και πολιτισμικές ελίτ.

Συνεπώς είναι λογικό ότι ο στόχος (που μοιράζονται οι περισσότερες τάσεις του εργατικού κινήματος) οφείλει να είναι η δημιουργία μιας κοινωνίας αφθονίας. Ενάντια στον καπιταλισμό που μας εξαναγκάζει να εργαζόμαστε χωρίς να εκπληρώνουμε τις ανάγκες μας, και διανείμει τα προϊόντα του με τον πιο άνισο τρόπο, η επανάσταση πρέπει να οργανώσει τη μαζική παραγωγή των χρήσιμων προϊόντων προς όφελος όλων. Και η επανάσταση μπορεί να το κάνει αυτό, χάρις στην πολυθρύλητη “ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων”.

Πέραν αυτών, η εκβιομηχάνιση οργανώνει και ενοποιεί την εργατική τάξη σε τέτοια κλίμακα, που θα διαθέτει τα μέσα για να ανατρέψει την άρχουσα τάξη και να κάνει την επανάσταση που οι ρωμαίοι σκλάβοι ή οι αγρότες του ύστερου μεσαίωνα δεν είχαν τη δυνατότητα να φέρουν εις πέρας.

Επιπλέον, και δεν πρόκειται για έλασσον σημείο, αν το χρήμα είναι η ρίζα κάθε κακού, και αν η σπάνη είναι η έσχατη αιτία για το χρήμα, σύμφωνα με αυτό το όραμα ο ερχομός του σταδίου της αφθονίας θα μετασχηματίσει την ανθρωπότητα. Όταν οι άνδρες και οι γυναίκες θα διατρέφονται, θα έχουν στέγαση, θα εκπαιδεύονται, και θα βιώνουν τη στοργή των γύρω τους, οι ανταγωνισμοί και οι συμπεριφορές του τύπου του “αγώνα για επιβίωση” σταδιακά θα εκλείψουν· ο ατομικισμός θα δώσει τη θέση του στον αλτρουισμό, οι άνθρωποι θα συμπεριφέρονται καλά ο ένας με τον άλλον, και δε θα έχουν κίνητρο, και άρα ούτε επιθυμία, για απληστία, κυριαρχία ή βία. Έτσι το μόνο πραγματικό ερώτημα που μένει είναι το ποιος είναι ο καταλληλότερος τρόπος διαχείρισης αυτής της κοινωνίας της αφθονίας: δημοκρατικά, ή μέσω ηγετών; Με το σύστημα του Κροπότκιν της ελεύθερης διάθεσης των αγαθών που υπάρχουν σε αφθονία και της δημοκρατικής διανομής των αγαθών που δεν υπάρχουν σε αφθονία; Ή με κάποιο σχήμα υπολογισμού του χρόνου εργασίας όπως πρότειναν οι Ολλανδοί συμβουλιακοί κομουνιστές κατά τη δεκαετία του 1930; Η απάντηση που συνήθως δίνουν οι αναρχικοί και οι μη-λενινιστές κομμουνιστές είναι μια κοινωνία “συνασπισμένων παραγωγών” που λειτουργεί με εργατικές κολλεκτίβες. Όποιες κι αν είναι οι λεπτομέρειες, όλα αυτά τα σχήματα περιγράφουν μια διαφορετική οικονομία, αλλά πάντως μια οικονομία: ξεκινούν με την υπόθεση ότι η κοινωνική ζωή βασίζεται στην αναγκαιότητα βέλτιστης κατανομής των πόρων με τον σκοπό της παραγωγής αγαθών (η διαφορά με την αστική οικονομία συνίσταται ακριβώς στο αυθεντικό και δημοκρατικά αποφασισμένο συμφέρον όλων).

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η διαφορά μας.

Οι γυναίκες και οι άνδρες (ανάμεσα σε άλλες αναγκαιότητες) πρέπει να διατρέφονται … επί ποινή θανάτου, γι’ αυτό δε σηκώνει αμφιβολία. Βασικές ανάγκες πράγματι υπάρχουν. Έτσι, φυσικά και αποσκοπούμε σε μια κοινωνία η οποία θα συνταιριάζει πόρους και ανάγκες με ένα δίκαιο, σώφρονα, και οικολογικό τρόπο. Αυτό που αμφισβητούμε είναι ότι η ανθρώπινη ζωή συνίσταται κατά κύριο λόγο στην ικανοποίηση αναγκών, και ότι, λογικώ τω τρόπω, η επανάσταση θα συνίσταται κατά κύριο λόγο στη δημιουργία μιας κοινωνίας στην οποία οι φυσικές ανάγκες θα ικανοποιούνται. Τα ανθρώπινα όντα ικανοποιούν – ή αποτυγχάνουν να ικανοποιήσουν – όλες τους τις ανάγκες εντός κοινωνικών αλληλοσυσχετίσεων. Μόνο σε ακραίες περιστάσεις τρώμε μόνο και μόνο για να μην πεθάνουμε από την πείνα. Στις πιο πολλές περιπτώσεις τρώμε σε συντροφιά με άλλους (ή αποφασίζουμε, οδηγούμαστε ή εξαναγκαζόμαστε να φάμε ολομόναχοι, που κι αυτό αποτελεί κοινωνική κατάσταση). Ακολουθούμε ένα διαιτολόγιο. Ίσως μια φορά να παραφάμε ή να παραλείψουμε επίτηδες ένα γεύμα. Αυτό ισχύει σχεδόν για κάθε άλλη κοινωνική πράξη. Αντίθετα με την ευρέως διαδεδομένη λαθεμένη ιδέα, η “υλιστική σύλληψη της κοινωνίας” (όπως εκτίθεται για παράδειγμα στη Γερμανική Ιδεολογία) δε λέει ότι η οικονομία άρχει στον κόσμο. Δηλώνει κάτι αρκετά διαφορετικό: οι κοινωνικές σχέσεις εξαρτώνται από τον τρόπο που παράγουμε τους υλικούς όρους ζωής, και όχι, ας πούμε, από τις ιδέες ή τα ιδανικά μας. Παράγουμε δε αυτούς τους υλικούς όρους σε σχέσεις με άλλα όντα (στις περισσότερες κοινωνίες πρόκειται για ταξικές σχέσεις). Το αλέτρι, ο τόρνος ή ο ηλεκτρονικός υπολογιστής δεν καθορίζουν την ιστορία αυτά καθαυτά. Στην πραγματικότητα, η “υλιστική σύλληψη” εξηγεί την τωρινή κυριαρχία της οικονομίας ως ιστορικό φαινόμενο, που δεν υφίστατο στην Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ., και θα πάψει να υφίσταται μετά την κομμουνιστική επανάσταση.

Το υπ’ αριθμό ένα ανθρώπινο ζήτημα, το ζήτημα δηλαδή της επανάστασης, δεν έχει να κάνει με την εξεύρεση του τρόπου με τον οποίον θα μπορούσε να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα σε πόρους και ανάγκες (όπως θα έλεγαν οι οικονομολόγοι), ούτε με την μετατροπή των τεχνητών και υπέρμετρων αναγκών σε φυσικές και λογικές (όπως θα ήθελαν να κάνουμε οι οικολόγοι). Το ζήτημα είναι να κατανοήσουμε τις βασικές ανάγκες ως αυτό που είναι. Ο κομμουνισμός προφανώς λαμβάνει υπόψη του τις βασικές ανάγκες, ειδικά σε έναν κόσμο όπου περίπου ένα δις άτομα υποσιτίζονται. Όμως, πώς πρέπει να προσεγγιστεί αυτό το ζωτικό ζήτημα της διατροφής; Όπως εξήγησε το Hic Salta το 1998, η φυσική τάση που νιώθει κανείς για την καλλιέργεια τροφής, για παράδειγμα για καλλιέργεια πατάτας, θα ικανοποιείται μέσα από τη γέννηση κοινωνικών δεσμών που θα έχουν επιπροσθέτως ως επακόλουθο την καλλιέργεια σε περιβόλια. Οι κομμουνιστικοποιητές δε θα πουν: “Ας καλλιεργήσουμε πατάτες γιατί έχουν ανάγκη από τροφή”. Απεναντίας, θα φανταστούν και θα επινοήσουν έναν τρόπο συνάντησης, συνεύρεσης και συνύπαρξης, που θα περιλαμβάνει την καλλιέργεια σε περιβόλια και θα παράγει πατάτες. Ίσως η καλλιέργεια πατάτας να απαιτεί περισσότερο χρόνο από ό,τι σε συνθήκες καπιταλισμού, όμως αυτό δε θα αποτιμάται με όρους κόστους, εργατοωρών και εξοικονόμησης εν γένει.

“Όταν οι κομμουνιστές εργάτες συνενώνονται, ο άμεσος σκοπός τους είναι η διδαχή, η προπαγάνδα κτλ. Ταυτόχρονα, όμως, αποκτούν μια νέα ανάγκη – την ανάγκη να αποτελέσουν μια κοινωνία – κι εκείνο που φαίνεται σαν μέσο μετατρέπεται σε σκοπό.”[9]

Ένα τυπικό χαρακτηριστικό αυτού που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε “οικονομία” είναι η παραγωγή αγαθών σε διαχωρισμό από τις ανάγκες (που μπορεί να είναι “φυσικές” ή “τεχνητές”, αυθεντικές ή απότοκο χειραγώγησης, αυτό έχει τη σημασία του, αλλά όχι για το επιχείρημα που αναπτύσσουμε εδώ), πριν τα προσφέρει στην αγορά όπου για να καταναλωθούν θα πρέπει πρώτα να αγοραστούν.

Ο “σοσιαλισμός” ή “κομμουνισμός” συνήθως θεωρήθηκε ως το διαμετρικά αντίθετο αυτής της οικονομίας: Ξεκινώντας από τις ανάγκες των ανθρώπων (τις πραγματικές, αυτή τη φορά, και συλλογικά αποφασισμένες), θα παρήγε ανάλογα και θα διένειμε δίκαια.

Ο κομμουνισμός δεν είναι μια καινούργια “οικονομία”, ακόμη και ρυθμιζόμενη, από τα κάτω, αποκεντρωμένη και αυτοδιαχειριζόμενη.

Χρησιμοποιώντας τον όρο του Καρλ Πολάνυι από τον Μεγάλο Μετασχηματισμό (1944), θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο καπιταλισμός έχει απο-ενσωματώσει [disembed][10] την παραγωγή από τα μέσα ύπαρξης, τόσο της ζωής όσο και της φύσης. Χωρίς να είναι μαρξιστής και επουδενί κομμουνιστής, ο Πολάνυι δεν αντιτίθετο στην ύπαρξη της αγοράς, όμως ανάλυσε αυτό το θεσμό της οικονομικής διαδικασίας ως ένα διακριτό σύστημα με τους δικούς του νόμους κίνησης. Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός, γραμμένος στον απόηχο της Μεγάλης Ύφεσης, συνέπεσε με μια καπιταλιστική προσπάθεια ρύθμισης των δυνάμεων της αγοράς. Τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον στην έμφαση που δίνει ο Πολάνυι στη “ενσωμάτωση” [embeddedness]: μια σειρά από αναμορφωτές θα ήθελαν η οικονομία να περιέλθει υπό κοινωνικό έλεγχο, έτσι ώστε να δημιουργηθεί μια διατηρήσιμη σχέση με τη φύση. Δυστυχώς, όπως σωστά τονίζουν οι φιλελεύθεροι, δεν μπορούμε να έχουμε τα πλεονεκτήματα του κεφαλαίου χωρίς τα ελαττώματά του: η ρύθμισή του δεν είναι παρά ένα προσωρινό βήμα πριν να ξανανοίξει ταχύτητα. Για να κάνουμε πέρα την καπιταλιστική απουσία περιορισμών [illimitation], πρέπει να υπερβούμε την ίδια την αγορά και την οικονομία ως τέτοια, δηλαδή να υπερβούμε το κεφάλαιο και τη μισθωτή εργασία.

Όπως γράψαμε στην ενότητα για την “επανάσταση της καθημερινής ζωής”, η κομμουνιστικοποίηση ισοδυναμεί με μιαν ανθρωπολογική αλλαγή, και μια επανενσωμάτωση των οργανικών δεσμών που έχουν διαρραγεί από την κυριαρχία της οικονομίας επί της κοινωνίας και της φύσης.

Ισότητα

Δε γίνεται να υπάρξει κομμουνιστικό κίνημα χωρίς την αυθόρμητη αγανάκτηση που αισθάνεται κανείς παρατηρώντας μια ρολς-ρόυς να περιδιαβαίνει τα σοκάκια σε μια παραγκούπολη. Ο Συλβαίν Μαρεσάλ [Sylvain Marechal], σύντροφος του Μπαμπέφ, έγραφε στο Μανιφέστο των Ίσων (1796):

“Δε θα υπάρχει πια ατομική ιδιοκτησία στη γη: η γη δεν ανήκει σε κανένα. Απαιτούμε, θέλουμε, την από κοινού απόλαυση των καρπών της γης: οι καρποί ανήκουν σε όλους.

Διακηρύσσουμε ότι δεν θα ανεχτούμε πια μια κατάσταση κατά την οποία η μεγάλη πλειοψηφία δουλεύει και ιδροκοπά για μια ελάχιστη μειοψηφία.

Για πολύ καιρό, υπερβολικά πολύ καιρό, λιγότερο από ένα εκατομμύριο άτομα είχαν στη διάθεσή τους αυτό που ανήκε σε είκοσι εκατομμύρια ομοίους τους, ίσους τους.”

Το μανιφέστο του Μαρεσάλ κατάφασκε στην ύπαρξη του ανθρώπινου είδους, του οποίου τα μέλη είναι πανομοιότυπα, και θα πρέπει να έχουν δίκαιο μερίδιο στους υφιστάμενους πόρους.

Η κομμουνιστικοποίηση απαιτεί μια αδελφικότητα που συνεπάγεται, ανάμεσα σε άλλα, την αλληλοβοήθεια που θεωρητικοποίησε ο Κροπότκιν, και την ισότητα, όπως αυτή εκφράζεται στους παρακάτω στίχους της Διεθνούς: “Θεοί, αρχόντοι, βασιλιάδες / Με πλάνα λόγια μάς γελούν / Της γης οι δούλοι κι οι ραγιάδες / Μοναχοί τους, θα σωθούν”.[11]

Όμως η ισότητα δε θα επιτευχθεί μέσω της τήρησης λογιστικών βιβλίων. Όσο μετρούμε για να μοιράσουμε και να “εξισώσουμε”, το δίχως άλλο η ανισότητα θα συνεχίζει να υφίσταται. Ο κομμουνισμός δεν είναι μια “δίκαιη” κατανομή του πλούτου. Ακόμα και αν, ειδικά στις απαρχές και υπό την πίεση των περιστάσεων, δοθεί προτεραιότητα στο μοίρασμα των αγαθών και των πόρων με τον πιο δίκαιο τρόπο (κάτι που, είτε το θέλουμε είτε όχι, συνεπάγεται κάποια μορφή μοιράσματος με δελτίο [rationing]), πρωταρχικό μας κίνητρο δε θα είναι ο καλύτερος και δικαιότερος τρόπος κυκλοφορίας αγαθών, αλλά οι ανθρώπινοι δεσμοί μας και οι δραστηριότητες που προκύπτουν από αυτούς.

Οικουμενικότητα

Από πού προέρχεται ο πανίσχυρος δυναμισμός και η ανθεκτικότητα του καπιταλισμού; Αναμφίβολα από την απίστευτη και συνεχώς ανανεούμενη ικανότητά του να επινοεί προηγμένους τρόπους εκμετάλλευσης της εργασίας, ανόδου της παραγωγικότητας, συσσώρευσης και κυκλοφορίας πλούτου. Όμως επίσης από τη ρευστότητά [ευμεταβλησία] του, την ικανότητά του να υπερβαίνει άκαμπτες μορφές, να αναδιαμορφώνει ιεραρχίες και να αποβάλλει κατεστημένα συμφέροντα όταν χρειάζεται, χωρίς να ξεχνούμε βέβαια την προσαρμοστικότητά στα πιο ποικίλα δόγματα και καθεστώτα. Αυτή η πλαστικότητα είναι χωρίς προηγούμενο στην ιστορία. Προέρχεται από το γεγονός ότι ο καπιταλισμός δεν έχει άλλο κίνητρο από τη δημιουργία αφηρημένης αξίας, από τη μεγιστοποίηση της ροής της, και εντέλει από την ανάγκη του να θέτει σε κίνηση και να συσσωρεύει περισσότερο αριθμούς παρά αγαθά.

Αυτή η όψη είναι επαρκώς τεκμηριωμένη, και έτσι δε χρειάζεται να μπούμε σε λεπτομέρειες. Αυτό που έχει σημασία εδώ είναι ότι ο καπιταλιστικός πολιτισμός αναπτύσσει έναν ακραίο ατομικισμό, ενώ παράλληλα δημιουργεί κάποιου είδους οικουμενικότητα, που είναι ταυτόχρονα μια μορφή ελευθερίας (της οποίας πολιτική πραγμάτωση είναι η δημοκρατία): εκτρέφει και προωθεί έναν νέο τύπο ανθρώπινου όντος που είναι δυνητικά αποκομμένο από τους δεσμούς της παράδοσης, της πατρίδας, της οικογένειας, της θρησκείας και των κατεστημένων θρησκευμάτων. Στον 21ο αιώνα, η σύγχρονη Λονδρέζα βρίσκει τον εαυτό της να τρώει μια μπανάνα που καλλιεργήθηκε στις δυτικές Ινδίες (όπου είχε πάει την περασμένη βδομάδα διακοπές), βλέπει ένα αργεντίνικο φιλμ, συνομιλεί με κάποιαν από την Αυστραλία στο ίντερνετ, νοικιάζει ένα κορεάτικο αυτοκίνητο, και από το σαλόνι της έχει πρόσβαση σε κάθε κλασικό ή εξωφρενικά αβαν-γκαρντ έργο τέχνης, αλλά και σε κάθε σχολή σκέψης. Ο καπιταλισμός δεν της πουλά κάτι λιγότερο από μια άπειρη σειρά από δυνατότητες. Φύκια για μεταξωτές κορδέλες, θα αντιτάσσαμε εμείς, επειδή [αυτή η άπειρη σειρά από δυνατότητες] είναι φτιαγμένη από παθητικότητα και θέαμα με την καταστασιακή έννοια, και όχι από πραγματικά βιωμένες εμπειρίες. Πράγματι … μόνο που όσο κίβδηλο κι αν είναι, αυτό το αίσθημα ενδυνάμωσης, “λειτουργεί” κοινωνικά και μπορεί ακόμα να εγείρει συναισθήματα ή και πάθη.

Θα ήταν λάθος να υποθέσουμε ότι κατά μια περίοδο στην οποία η κομμουνιστικοποίηση θα είναι εφικτή και θα εμφανίζονται απόπειρες να γίνει πράξη, η έλξη του ψευδή πλούτου – υλικού ή πνευματικού – θα εξαφανιστεί αυτόματα και γρήγορα. Οι δυο αιώνες της σύγχρονης καπιταλιστικής εξέλιξης μάς διδάσκουν πόσο επινοητικό σύστημα μπορεί να είναι ο καπιταλισμός. Σε καιρούς αναταραχής, η κοινωνική επινοητικότητα δε θα είναι μόνο με το μέρος μας: για να ξεπεράσει τον κίνδυνο, ο καπιταλισμός θα προτάξει την αυθεντικότητα και τη συλλογικότητα. Θα παράσχει στο άτομο ευκαιρίες να υπερβεί τον εξατομικευμένο του εαυτό. Θα προτείνει κριτικές της “τυπικής” δημοκρατίας, θα διακηρύξει την υπεράσπιση του πλανήτη γη ως κοινής μας κληρονομιάς, θα αντιτάξει τη συνεργασία στον ανταγωνισμό και τη χρήση στην οικειοποίηση. Κοντολογίς, θα προσποιηθεί ότι αλλάζει τα πάντα … πλην του κεφαλαίου και της μισθωτής εργασίας.

Η κομμουνιστική προοπτική ανέκαθεν πρότασσε την χωρίς όρια ανάπτυξη των ανθρώπινων δυνατοτήτων. Υλικά μιλώντας: πρέπει να μπορούν όλοι να απολαμβάνουν τους καρπούς του κόσμου. Όμως επιπρόσθετα, πρέπει όλοι να μπορούν να απολαμβάνουν και στο πεδίο των “συμπεριφορών”, έτσι ώστε τα ταλέντα και οι επιθυμίες να προωθούνται, να εναρμονίζονται και να ικανοποιούνται. Οι υπερρεαλιστές (“απόλυτη ελευθερία”) και οι καταστασιακοί (“ζωή χωρίς περιορισμούς”) το πήγαν παραπέρα, εκθειάζοντας τα ανατρεπτικά προτερήματα της παραβατικότητας.

Σήμερα, οι πιο προωθημένες μορφές του καπιταλισμού έχουν στρέψει αυτή την κριτική πάνω μας. Η τρέχουσα Πολιτική Ορθότητα και η Αυτοκρατορία του Καλού αφήνουν πλέριο χώρο για προκλήσεις, για λεκτική ή και υλική παραβατικότητα. Ας γυρίσουμε να ρίξουμε μια ματιά στις οθόνες που μας περιβάλλουν: σε σύγκριση με το 1950, τα όρια όλο και ξεθωριάζουν ανάμεσα στο ιερό και το βέβηλο, το απαγορευμένο και το επιτρεπτό, το ιδιωτικό και το δημόσιο. Οι Άγγλοι αναγνώστες έπρεπε να περιμένουν μέχρι το 1960 για να μπορέσουν να αγοράσουν μια μη λογοκριμένη έκδοση του Εραστή της Λαίδης Τσάτερλι: πενήντα χρόνια μετά, η διαδικτυακή πορνογραφία, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, είναι ευρέως διαδεδομένη (σύμφωνα με κάποια στοιχεία, το 12% όλων των σελίδων και το 25% όλων των αναζητήσεων στο διαδίκτυο αφορούν στην πορνογραφία). Η σύγχρονη αντεπανάσταση θα επικαλεστεί την ηθική τάξη λιγότερο από ό,τι τις δεκαετίες του 1920 και του 1930, και συχνά θα παίρνει μια “φιλελεύθερη-ελευθεριακή” ή επιτρεπτική-παραβατική απόχρωση. Η κομμουνιστικοποίηση, από την άλλη μεριά, θα επικρατήσει γεννώντας τρόπους ζωής που θα τείνουν προς το οικουμενικό, χωρίς όμως να κυριαρχούνται από την εξάρτηση, την εικονικότητα και τη δημόσια εικόνα.

Η αναπόφευκτη αντίφαση

Η κομμουνιστικοποίηση είναι εφικτή επειδή εκείνοι που φτιάχνουν τον κόσμο μπορούν και να τον ξεκάνουν, επειδή η τάξη της εργασίας (ανεξάρτητα από το αν τα μέλη της επί του παρόντος απασχολούνται ή όχι) είναι επίσης και η τάξη της κριτικής της εργασίας. Σε αντίθεση με τους εκμεταλλευόμενους των προκαπιταλιστικών εποχών, οι μισθωτοί μπορούν να βάλουν ένα τέλος στην εκμετάλλευση, επειδή οι εμπορευματοποιημένοι άνδρες και γυναίκες διαθέτουν τα μέσα για να καταργήσουν το βασίλειο του εμπορεύματος. Μιλούμε εδώ για τη δυικότητα εργατική τάξη / προλεταριάτο: μια τάξη, που όπως το έθεσε στα 1844 ο Μαρξ, δεν είναι τάξη, ενώ παράλληλα έχει τη δυνατότητα να βάλει τέλος στις ταξικές κοινωνίες.

Συχνά οι μαρξιστές μετατρέπουν αυτό τον ορισμό σε μια φορμαλιστική διαλεκτική. Οι μη μαρξιστές τη χλευάζουν: ο Γάλλος φιλελεύθερος Raymond Aron συνήθιζε να λέει πως η “εργατική τάξη” είναι άξια της εκλεπτυσμένης ονομασίας “προλεταριάτο” μονάχα όποτε δρα με έναν (επαναστατικό) τρόπο που ταιριάζει στους μαρξιστές. Όποιος πάρει αυτόν τον ορισμό στα σοβαρά δεν μπορεί να αποφύγει το προφανές: αυτή η δυικότητα είναι αντιφατική. Αυτοί που χειρίζονται τα σύγχρονα μέσα παραγωγής και άρα έχουν τη δυνατότητα να ανατρέψουν τον κόσμο, είναι επίσης εκείνοι που έχουν ένα κατεστημένο συμφέρον στην “ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων”, συμπεριλαμβανομένων των ακραία καταστροφικών, και συχνά εγκλωβίζονται, θέλοντας και μη, όχι απλώς στην υπεράσπιση του μισθού τους, των εργασιακών συνθηκών και των θέσεων εργασίας, αλλά και της βιομηχανίας, της ιδεολογίας της εργασίας και του μύθου της προόδου.

Πεδίο δράσης έξω από αυτή την αντίφαση δεν υπάρχει. [Η αντίφαση] εξερράγη με δραματικό τρόπο τον Ιανουάριο του 1919, όταν μερικές χιλιάδες εξεγερμένοι σπαρτακιστές ρίχτηκαν στη μάχη εν τω μέσω της σχετικής αδιαφορίας αρκετών εκατοντάδων χιλιάδων Βερολινέζων εργατών. Η κομμουνιστικοποίηση αποτελεί τη δυνατή θετική επίλυση αυτής της αντίφασης, όταν οι προλετάριοι μπορέσουν και θελήσουν να λύσουν την κοινωνική κρίση ξεπερνώντας τον καπιταλισμό. Επομένως η κομμουνιστικοποίηση θα αποτελέσει ταυτόχρονα και το ξεκαθάρισμα των ανοιχτών λογαριασμών που έχει ο προλετάριος με τον εαυτό του.

Μέχρι τότε, και ως συμβολή στην επίλυση αυτή, η μεν κομμουνιστική θεωρία δε θα πάψει να αναγνωρίζει αυτή την αντίφαση, οι δε προλετάριοι, δε θα πάψουν να την αντιμετωπίζουν στην πράξη.

___________________

[1] (ΣτΜ) Έκτοτε τα πράγματα φαίνεται να έχουν αλλάξει στον ορισμό της Wikipedia.

[2] Endnotes #2, Κομμουνιστικοποίηση και Θεωρία της Αξιακής Μορφής (2010). Ελλ. μτφ. naufrageur à bord, http://kommunismussolala.wordpress.com/ .

[3] ΚΔ #7, Σημειώσεις της Σύνταξης, 1962. Ελ. εκδ. International Situationniste, Το Ξεπέρασμα της τέχνης, σελ. 230.

[4] Καρλ Μαρξ, Ταξικοί Αγώνες στη Γαλλία, σελ 47, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.

[5] Οπ.π., σελ 48.

[6] Καρλ Μαρξ, Grundrisse, Β΄ Τόμος, σελ. 541, εκδ. Στοχαστής.

[7] Μπρούνο Ασταριάν, Δραστηριότητα Κρίσης και Κομμουνιστικοποίηση, ελλ. εκδ. Blaumachen και Πρακτορίο Rioters.

[8] Μαρξ, Γερμανική Ιδεολογία, 1845, σελ. 80, εκδ. Gutenberg.

[9] Καλ Μαρξ, Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα του 1844, σελ. 150, εκδόσεις Γλάρος.

[10] (ΣτΜ) Στην ελληνική έκδοση του Μεγάλου Μετασχηματισμού (εκδ. Νησίδες), ο όρος embed και τα παράγωγά του δε μεταφράζεται με ένα σταθερό τρόπο, αλλά χρησιμοποιούνται ρήματα όπως βασίζομαι, θεμελιώνομαι, στηρίζομαι. Ο Πολάνυι θέλει να πει ότι σε πρότερους κοινωνικούς σχηματισμούς οι οικονομικές σχέσεις ήταν ένα μη διακριτό τμήμα των ευρύτερων κοινωνικών σχέσεων.

[11] (ΣτΜ) Κατά λέξη μετάφραση των στίχων της Διεθνούς που παρατίθενται: “Δεν υπάρχουν υπέρτατοι σωτήρες /ούτε Θεός, ούτε Καίσαρας, ούτε δημαγωγοί”.



%d bloggers like this: