coghnorti, καλοκαίρι 2011

*

Οι εσωτερικές δυσκολίες σχεδόν μοιάζουν να είναι μεγαλύτερες από τα εξωτερικά εμπόδια. Γιατί όσο κι αν δεν υπάρχει αμφιβολία ως προς το “από πού [ερχόμαστε]”, τόσο περισσότερη είναι η σύγχυση που επικρατεί αναφορικά με το “προς τα πού [πάμε]”. Δεν έχει μόνο ξεσπάσει γενική αναρχία στις τάξεις των μεταρρυθμιστών· επιπλέον πρέπει και ο καθένας μας να ομολογήσει στον εαυτό του ότι δεν έχει καμία επακριβή ιδέα για το τι πρέπει να γίνει. Ωστόσο, αυτό ακριβώς αποτελεί το προτέρημα της νέας τάσης —ότι δεν προβλέπουμε με δογματικό τρόπο τον καινούργιο κόσμο, αλλά θέλουμε να τον βρούμε μέσα από την κριτική του παλιού.

Επιστολή Μαρξ προς Ρούγκε, Σεπτέμβριος 1843

Θα ήταν αφέλεια να πούμε ότι σήμερα βρισκόμαστε στην ίδια κατάσταση. Καθώς το δικό μας “από πού ερχόμαστε” δεν περιέχει μέσα του μονάχα δυο παραπάνω αιώνες κυριαρχίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, αλλά και αλλεπάλληλες ήττες της πρακτικής (και συνεπώς, και της θεωρητικής) όψης εκείνης της νέας τότε τάσης, που ήθελε να βρει τον καινούργιο κόσμο μέσα από την κριτική του παλιού, οι αντικρουόμενες απόψεις σήμερα δε μπορεί παρά να αφορούν και την ερμηνεία και ανάλυση αυτού του “από πού ερχόμαστε”, κάτι που περιπλέκει ακόμα περισσότερο τα πράγματα όχι μόνο ως προς το τι πρέπει να γίνει, αλλά και ως προς τη σχέση που μπορούμε να έχουμε με αυτό που πρέπει να γίνει. Έτσι δεν προκαλεί έκπληξη, αλλά μάλλον μοιάζει κατανοητό ότι υπάρχουν σύντροφοι που μέσα από μια επίπονη αναμέτρηση με τους αγώνες των περασμένων εποχών βγάζουν το συμπέρασμα ότι πρέπει να κλείσουμε οριστικά τους λογαριασμούς μας με το παρελθόν, να ξεκινήσουμε κατά κάποιον τρόπο από την αρχή και να πούμε ότι σήμερα τα πάντα έχουν αλλάξει, ότι οι αποτυχίες του παρελθόντος δεν είναι οι δικές μας αποτυχίες: “με την εξαίρεση της αναγνώρισης της ιστορικής ρήξης που διαχωρίζει εμάς από εκείνες, θα μπορούσαμε να φτάστουμε μέχρι το σημείο να πούμε ότι δεν έχουμε να μάθουμε τίποτα από τις αποτυχίες των επαναστάσεων του παρελθόντος”[1].

Με αυτό το σημείωμα θα αποπειραθώ να προχωρήσω, υπό τη μορφή κριτικών παρατηρήσεων που εστιάζουν στην εισήγηση του Blaumachen για το φεστιβάλ communismos που διοργάνωσε η κατάληψη Φάμπρικα Υφανέτ, σε μια σύντομη διερεύνηση της σχέσης που μπορεί να έχει αυτό που ονομάζουμε ‘κομμουνισμό’ με αυτό που υπάρχει σήμερα, δηλαδή με τα κοινωνικά άτομα στις πραγματικές τους σχέσεις —κατά κάποιον τρόπο με εμάς.

Το έργο του Blaumachen προσφέρεται γι’ αυτό, καθώς αποτελεί ένα σοβαρό και αξιόλογο εγχείρημα κριτικής επεξεργασίας και αποσαφήνισης των ζητημάτων που έχουν να κάνουν με την εποχή που βρισκόμαστε. Έτσι κι αλλιώς διαβάζοντας τα κείμενα που ως τώρα το συναπαρτίζουν[2] συναντάς ιδέες και θέσεις που προκαλούν τη σκέψη, αλλού πας να τσεκάρεις μια αναφορά στο τάδε κείμενο ή βιβλίο· εδώ κι εκεί όψεις του περιεχομένου του κομμουνισμού έρχονται με δύναμη στην επιφάνεια. Αυτά δε τα λέω για τους τύπους, εν είδει φιλοφρόνησης πριν την ‘έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων’. Δεν αποσκοπώ στην πολεμική, αλλά στη συντροφική αντιπαράθεση, αφού μόνο έτσι μπορούν και αποσαφηνίζονται τα πράγματα, ιδίως αν λάβουμε υπόψη ότι η αποσαφήνιση είναι κάτι που υπάρχει και αναπτύσσεται ανάμεσα στους ανθρώπους σαν σχέση, και όχι μέσα στα κεφάλια τους[3]. Σε μια εποχή που συνεχίζουμε να διαβάζουμε πολύ συχνά προκηρύξεις ή κείμενα που αρχίζουν και τελειώνουν με την επίκληση για μια κοινωνία δημοκρατίας, ελευθερίας, ισότητας (και Μπένθαμ;), και γενικότερα είναι διάχυτες οι απόψεις που περιστρέφονται γύρω από την πραγματοποίηση των ιδανικών των αστικών επαναστάσεων, κάθε τάση που βασίζεται σε μια αρνητική κριτική του υπάρχοντος είναι σημαντική. Ένα επιπλέον ενδιαφέρον στοιχείο του Blaumachen αποτελεί το γεγονός ότι μέσα από τη θεώρησή του δεν αρκείται στο να μεταγράφει σε ριζοσπαστική ορολογία αυτό που συμβαίνει ήδη ή συνέβη στο παρελθόν, αλλά ριψοκινδυνεύει να εκφράζει και να τεκμηριώνει απόψεις για τα χαρακτηριστικά αυτών που επίκεινται.

Τώρα, καθώς το κείμενο της εισήγησης, ή μάλλον τα δυο κείμενα[4], είναι σε μεγάλο βαθμό συμπερασματικού χαρακτήρα και κωδικοποιούν με συνοπτικό τρόπο μια θεωρητική επεξεργασία που τα ξεπερνά κατά πολύ, δε γίνεται να αναφερθώ σε αυτά χωρίς να ληφθεί υπόψη το ευρύτερο πλαίσιο μέσα από το οποίο προέκυψαν —ειδικά τα κείμενα του Blaumachen, και πιο γενικά το ρεύμα που αποτελείται από το Blaumachen, την Théorie Communiste, το Endnotes κτλ. Δεν αξιώνω συστηματικό χαρακτήρα σε αυτές τις κριτικές παρατηρήσεις —κάτι τέτοιο θα ήταν ένα εγχείρημα εντελώς άλλης κλίμακας και χαρακτήρα[5], για το οποίο αυτή τη στιγμή δεν είμαι σίγουρος ότι διαθέτω τα εργαλεία. Όμως έκανα προσπάθεια να καταπιαστώ με ό,τι λένε αυτά τα κείμενα και όχι με ό,τι νομίζω ότι λένε, και να θίξω πράγματα που πιστεύω ότι αποτελούν τα δυνατά, κομβικά σημεία της οπτικής που αναπτύσσεται. Αρχικά θα εστιάσω σε μια αντίφαση, ανακολουθία, που πιστεύω ότι ενυπάρχει στη συλλογιστική του Blaumachen, και στη συνέχεια στο πώς αναλύεται ο τρόπος ύπαρξης του προλεταριάτου στην καπιταλιστική κοινωνία. Τα δυο ζητήματα συνδέονται, και έτσι είναι αναπόφευκτο και λογικό όψεις που έχουν να κάνουν με το ένα να επανεμφανίζονται στο άλλο —στην ουσία θα προσεγγίσω το ίδιο ζήτημα από δυο διαφορετικές μεριές.

Ι

Σύμφωνα με το θεωρητικό πλαίσιο στο οποίο κινείται το Blaumachen, μέσα από την ιστορικότητα της σχέσης εκμετάλλευσης ανάμεσα σε προλεταριάτο και κεφάλαιο δε μεταβάλλονται απλά και μόνο κάποιες όψεις του χαρακτήρα της επαναστατικής διαδικασίας, αλλά το ίδιο το περιεχόμενο του κομμουνισμού στα πιο θεμελιώδη του χαρακτηριστικά, ως προϊόν της ίδιας της δράσης του προλεταριάτου. Έτσι, στην Προοπτική της Κομμουνιστικοποίησης και γενικότερα στα κείμενα του Blaumachen εμφανίζονται μια σειρά από διατυπώσεις που λειτουργούν ως προσδιοριστικά στοιχεία του κομμουνισμού αυστηρά για την τωρινή περίοδο: κατάργηση του προλεταριάτου, του κράτους, της αξίας, της ανταλλαγής, του χρήματος, της κοινωνίας ως μιας οντότητας διαχωρισμένης από τα άτομα· και θετικά, συγκρότηση των ατόμων ως άμεσα κοινωνικών.

Η αντιφατικότητα, η ανακολουθία, που κατά τη γνώμη μου ενυπάρχει σε αυτή τη θεώρηση έγκειται στο εξής: αν το περιεχόμενο του κομμουνισμού προσδιορίζεται αυστηρά από την εκάστοτε ιστορική φάση της σχέσης κεφαλαίου-προλεταριάτου, τότε θα έπρεπε μέσα από την ανάλυση της τρέχουσας περιόδου να προκύψουν ως περιεχόμενο του κομμουνισμού μια σειρά από χαρακτηριστικά πρωτόγνωρα και καινοφανή.[6]

Όμως κάτι τέτοιο δε συμβαίνει. Ενώ η ανάλυση ξεκινά (ή βρίσκει καθοδόν μέσα στην ανάπτυξή της) με τη ρητά διατυπωμένη θέση της ιστορικότητας του περιεχομένου του κομμουνισμού, στο τέλος έρχεται και πατά ακριβώς επάνω σε διατυπώσεις, ορισμούς και θέσεις που πολύ απλά… υπάρχουν διάσπαρτες —σε καμία περίπτωση όλες— στο έργο του Μαρξ, σε θέσεις δηλαδή που ήταν προσιτές στον ανθρώπινο νου και στην κριτική της πολιτικής οικονομίας μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα.

Για να ξεκαθαρίσω κάτι: το ζήτημα δεν είναι η πιστότητα στον Μαρξ, έτσι κι αλλιώς έχει γράψει (και, κάτι εξίσου ή περισσότερο σημαντικό, έχει κάνει στην πολιτική πρακτική του) τα πιο διαφορετικά πράγματα, ούτε η ετσιθελική διακήρυξη της αμεταβλησίας ενός υπερβατικού κομμουνιστικού ‘προγράμματος’. Όμως είναι αλήθεια ότι κομμάτια του ριζοσπαστικού κινήματος κατά καιρούς επιστρέφουν στο μαρξικό έργο, το επανερμηνεύουν, το προχωρούν, το κριτικάρουν, και αντλούν εργαλεία, μεθόδους, περιεχόμενα για την κριτική του σύγχρονου κόσμου, με τρόπους, συχνότητα και αποτελέσματα που διαφέρουν σημαντικά πχ. από τον τρόπο που ο Μπλανκί, ο Μπακούνιν ή τόσες άλλες φιγούρες του παρελθόντος είναι παρούσες στο σήμερα. Μέσα στο πλαίσιο της αριστερής πτέρυγας της σοσιαλδημοκρατίας η Ρόζα Λούξεμπουργκ προσπάθησε να εξετάσει αυτό το ζήτημα με μια ανάλυση, που αν και έχει αρκετά ενδιαφέροντα σημεία σε στιγμές ρέπει προς τον ιδεαλισμό, και καταλήγει στο ότι “μονάχα με την απελευθέρωση της εργατικής τάξης από τους τωρινούς της όρους ύπαρξης, μαζί με άλλα μέσα παραγωγής [Ο μαρξισμός ως μέσο παραγωγής;], θα κοινωνικοποιηθεί και η μαρξική μέθοδος έρευνας”[7]. Ο Πωλ Μάτικ, για να αναφερθώ σύντομα σε μια διαφορετική άποψη για το ίδιο ζήτημα που διατυπώθηκε μετά από 75 χρόνια, θεωρεί πως η κατάργηση της ταξικής κοινωνίας μέσω της κατάργησης των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων θα είναι ταυτόχρονα η επιβεβαίωση και το τέλος της μαρξικής θεωρίας[8]. Η θέση του Μάτικ είναι περισσότερο γόνιμη, και μπορεί να μας οδηγήσει στην ιδέα ότι ενδεχομένως η αναγκαιότητα να ασκείται κριτική σε αυτόν τον κόσμο μέσα από το ζουρλομανδύα, γιατί για ζουρλομανδύα πρόκειται, της κριτικής της πολιτικής οικονομίας έχει νόημα μόνο στο βαθμό που η σκοπιά [standpoint] από την οποία ασκείται η κριτική, η σκοπιά της κοινωνικοποιημένης ανθρωπότητας, υπάρχει σε συγκαλυμμένη, λανθάνουσα μορφή μέσα στη σύγχρονη κοινωνία. Ίσως αυτό να είναι το νόημα της αρχικά αινιγματικής φράσης του Ζιλ Ντωβέ σύμφωνα με την οποία “ο κομμουνισμός δεν γνωρίζει καν τι είναι η αξία”[9].

Όπως και νά ’χει, σημαντικές όψεις της καπιταλιστικής κυριαρχίας αλλά και ουσιώδεις πτυχές του χαρακτήρα της κομμουνιστικής μετάβασης έγιναν και αργότερα, σε κατοπινές περιόδους, αντικείμενα θεωρητικής διερεύνησης —μια διεργασία που φυσικά συνεχίζεται. Στην επεξεργασία του Blaumachen υπάρχουν τέτοιες πτυχές —άλλες αναπτύσσονται, άλλες απλώς αναφέρονται: το ζήτημα του κοινωνικού φύλου, η κριτική της αξίας χρήσης, η λογική της κριτικής στην εργατική δύναμη, η εννοιολόγηση της αμφισβήτησης της διάκρισης ανάμεσα σε παραγωγή και αναπαραγωγή, ανάμεσα σε δημόσια και ιδιωτική σφαίρα, οι σχέσεις που μπορεί να υπάρχουν ανάμεσα σε αυτά τα φαινομενικά μακρινά ζητήματα.

Να αναφέρω μόνο ένα παράδειγμα για το πώς καταλαβαίνω αυτή την κριτική[10]: το ξέπερασμα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής μπορεί να προσδιοριστεί (φυσικά όχι εξαντλητικά) ως ξεπέρασμα της παραγωγής-αξίας. Όμως πηγή της αξίας είναι μια αξία χρήσης: η αξία χρήσης του εμπορεύματος-εργατική δύναμη. Συνεπώς το ξεπέρασμα αυτό μπορεί να προσεγγιστεί, κατά περίεργο και απροσδόκητο τρόπο, ως καταστροφή μιας ιδιαίτερης αξίας χρήσης· έτσι, ενώ στη σφαίρα της λεγόμενης απλής εμπορευματικής κυκλοφορίας εμφανιζόταν ως ένα αδιάφορο ‘υλικό’ υπόστρωμα, τώρα η κατηγορία της αξίας χρήσης εμπλέκεται στην κριτική της καπιταλιστικής κοινωνίας, και εμφανίζεται η δυνατότητα να αναπτυχθεί μια ριζικότερη κριτική στο εμπόρευμα-εργατική δύναμη, που να περιλαμβάνει τόσο την ανταλλακτική του αξία όσο και την αξία χρήσης του. Από εκεί, αναδραστικά, καθώς η υπαχθείσα στο κεφάλαιο ανθρώπινη δραστηριότητα παράγει και αναπαράγει σε εμπορευματική μορφή (δηλ. ως ενότητες των κατηγοριών αξία και αξία χρήσης) τους όρους ύπαρξης των κοινωνικών ατόμων όπως αυτά υπάρχουν σήμερα —το εμπόρευμα εργατική δύναμη περιέχει δυνητικά τον κόσμο του εμπορεύματος—, μπορούμε να περάσουμε από τη σημαντική αλλά εντέλει κοινωνιολογικού επιπέδου κριτική της καπιταλιστικής τεχνικής που υπάρχει στο Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα και αλλού, σε μια ριζικότερη κριτική της ίδιας της κατηγορίας της αξίας χρήσης (που συμπεριλαμβάνει τόσο την κριτική της καπιταλιστικής τεχνικής όσο και την κριτική των σχέσεων που αναπτύσσουν τα κοινωνικά άτομα με τον ‘έξω’ κόσμο, στη συγκεκριμένη διάσταση αυτών των σχέσεων), και σε μια κριτική του διπλού χαρακτήρα της εργασίας στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, και της δεσπόζουσας μορφής της διαδικασίας μεταβολισμού ανθρώπινου και μη-ανθρώπινου που αντιστοιχεί σ’ αυτόν: όταν το ‘προτσές της ζωής’ δεν υπάρχει κατακερματισμένο, όταν οι όροι ύπαρξης των κοινωνικών ατόμων δεν παράγονται/αναπαράγονται μέσα από μια διαχωρισμένη δραστηριότητα, τότε παύει να υπάρχει η δυνατότητα να μιλούμε για μια στιγμή του προτσές της ζωής (την εργατική δύναμη) που εξαντλείται/απορροφάται από τη δραστηριότητα· άρα παύει να υπάρχει και η ανάγκη διαχωρισμένης αναπαραγωγής αυτής της στιγμής. Αυτό το ξεπέρασμα επιδρά διαβρωτικά/αποσταθεροποιητικά στο κοινωνικό φύλο και τους παγιωμένους ρόλους, στη διάκριση ιδιωτικής-δημοσίας σφαίρας, κοκ.

Η άποψή μου είναι ότι οι παραπάνω θέσεις —οι καταργήσεις και τα ξεπεράσματα που σύμφωνα με το Blaumachen προσδιορίζουν το περιεχόμενο του κομμουνισμού στη σημερινή περίοδο— αποτελούν οριακές στιγμές του (ανολοκλήρωτου) θεωρητικού εγχειρήματος που θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως μια εμμενή [immanent] κριτική έκθεση/παρουσίαση [Darstellung] του καπιταλιστικού συστήματος— και ευρύτερα, της κοινωνίας που κυριαρχείται από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής (εγχείρημα που αποτελεί την θεωρητική πλευρά μιας συνολικής/ενιαίας κριτικής αυτού του κόσμου). Ακριβώς επειδή ζούμε υπό την κυριαρχία της αφαίρεσης, ακρίβως επειδή ο τρόπος ύπαρξης του κεφαλαίου είναι η ιδεατότητα, η πραγματική (και όχι η νοητική) αφαίρεση, ακριβώς γι’ αυτό μπορεί το συγκεκριμένο ‘αντικείμενο’ μελέτης να παρουσιαστεί ως ένα βαθμό με ένα διαλεκτικό τρόπο, ο οποίος “στη θετική κατανόηση του υπάρχοντος συμπεριλαμβάνει και την κατανόηση της άρνησής του, του αναγκαίου αφανισμού του”[11]. Έτσι, σε ένα πρώιμο σχεδίασμα του εγχειρήματος που υπάρχει στα Grundrisse ο Μαρξ τοποθετεί στο τέλος του όλου θεωρητικού οικοδομήματος την παρουσίαση της διάλυσης του τρόπου παραγωγής και της κοινωνικής μορφής που βασίζονται στην ανταλλακτική αξία, και την παρουσίαση της πραγματικής τοποθέτησης της ατομικής εργασίας σαν κοινωνικής και αντίστροφα[12], δηλαδή την παρουσίαση της άμεσα κοινωνικής δραστηριότητας (που αντανακλάται στα άτομα που συνάπτουν σχέσεις άμεσα κοινωνικές ή διατυπωμένο αλλιώς, στα άμεσα κοινωνικά άτομα).

Φυσικά, η προβληματική που αναπτύσσεται στο έργο του Blaumachen στηρίζεται σε μια εξέταση της ταξικής σχέσης (δηλ. της ταξικής πάλης) στην ιστορικότητά της —και από εκεί, και διαμέσου των μαρξικών κατηγοριών όπως ερμηνεύονται και χρησιμοποιούνται στο θεωρητικό πλαίσιο, προσδιορίζεται το τωρινό περιεχόμενο του κομμουνισμού. Εδώ, απεναντίας, προσεγγίζω το ζήτημα από άλλη σκοπιά, στη σχέση του με την επαναστατική θεωρία: ήδη σε αυτό το επίπεδο, κατά τη γνώμη μου πάντα, εμφανίζεται μια αντίφαση. Δεν ξεκινώ από το ερώτημα της ιστορικότητας που παράγεται ή όχι από την ταξική πάλη —δεν αντιπαραθέτω δηλαδή μια εναλλακτική ερμηνεία της ιστορίας του ταξικού ανταγωνισμού ως προς την ερμηνεία του Blaumachen· γενικά, ως προς αυτό το ζήτημα, μου αρκεί αυτό που κάνουν οι Ντωβέ-Νεζίκ στο “Προλεταριάτο και εργασία…” (Παιδιά της Γαλαρίας #11) και αλλού. Λέω κάτι διαφορετικό: η ύπαρξη επαναστατικής θεωρίας προϋποθέτει την ύπαρξη μιας επαναστατικής τάξης. Η θεωρητική ύπαρξη της διαλεκτικής της ‘αυτοκατάργησης του προλεταριάτου’ πχ. το 1843-46, με όλα τα προβλήματα, τις ατέλειες και τις μερικότητες που έχει, προϋποθέτει ενυπάρχουσες εντάσεις με τέτοια χαρακτηριστικά στον τοτινό ταξικό ανταγωνισμό. Για να μείνω στην ίδια περίοδο, η ύπαρξη της λογικής του Μανιφέστου, αλλά και ευρύτερα, ο ουτοπικός σοσιαλισμός, ο επαναστατικός ρεφορμισμός της εποχής, ο Ντεζάκ, ο Φουριέ, η Τριστάν, κτλ. μας οδηγούν να εντοπίσουμε μια αντιφατική σχέση του προλεταριάτου με την ίδια του την ύπαρξη και δραστηριότητα[13], μέσω της κωδικοποίησης αυτής της αντιφατικότητας στην ίδια τη θεωρία: όπως και το κεφάλαιο, το προλεταριάτο υπάρχει ως αντίφαση εν κινήσει.

Όμως στη θεώρηση του Blaumachen οι διαφορετικές και αντιτιθέμενες εκφάνσεις της προλεταριακής δραστηριότητας του παρελθόντος (πχ. αυτονομία και σοσιαλδημοκρατική ενσωμάτωση στη μεταπολεμική συγκυρία) εντασσόμενες στο ίδιο πλαίσιο υπερκαθορίζονται, ενοποιούνται από την αντίφαση κεφαλαίου-εργασίας στην ιστορικότητά της, και εντέλει ανάγονται στο αυτό. Αυτή η συλλογιστική, σαν το χρήμα, συμφιλιώνει αδυνατότητες και εξαναγκάζει αυτό που βρίσκεται σε αντίφαση με τον εαυτό του να ενοποιηθεί: ομογενοποιεί τις πιο αντιθετικές και αντίρροπες εκδηλώσεις του προλεταριάτου για χάρη της ευταξίας της περιοδολόγησης.

ΙΙ

Το δεύτερο σημείο, με το οποίο προσεγγίζω το ίδιο ζήτημα από άλλη σκοπιά, είναι κάπως πιο μπλεγμένο, και για να πω την αλήθεια αυτά που έχω να πω έχουν σε κάποια σημεία διερευνητικό ή, ας πούμε καλύτερα, ‘πειραματικό’ χαρακτήρα. Όχι με την έννοια ότι αμφιταλαντεύομαι ως προς τα συμπεράσματα που βγάζω ή τα σημεία κριτικής, άλλα ως προς σημεία της μεθόδου και της διαδρομής. Αυτά που ακολουθούν εμπεριέχουν έμμεσα μια κριτική στις έννοιες της ‘απόκλισης’ και του ‘προγραμματισμού’.

“Το κεφάλαιο, ως σχέση, είναι ταξική πάλη και το προλεταριάτο ως τάξη είναι επίσης κεφάλαιο. Το προλεταριάτο είναι ταυτόχρονα και ταυτόσημα τάξη του κεφαλαίου με μόνο ορίζοντα τη διαιώνιση της καπιταλιστικής σχέσης αλλά και τάξη της επανάστασης με μόνο ορίζοντα την καταστροφή της σχέσης αυτής”

Η προοπτική της κομμουνιστικοποίησης, σ. 2.

Έχω την εντύπωση ότι στο παραπάνω απόσπασμα δε σκόνταψα σε μια περιφερειακή θέση αλλά αντίθετα στη διατύπωση του θεμελιώδους προβλήματος[14] που τίθεται στο πλαίσιο που λειτουργεί το Blaumachen, όχι με τη μορφή ερωτήματος, αλλά με τη μορφή θέσης.

Η αντίρρησή μου, που με τον τρόπο που θα την αναπτύξω έχει βάση στο βαθμό που η φράση “το προλεταριάτο είναι επίσης κεφάλαιο” δεν είναι μια βιαστική ή απρόσεκτη διατύπωση, είναι η εξής: πρώτον, αυτή η συνταύτιση προλεταριάτου-κεφαλαίου (συνταύτιση που αν καταλαβαίνω καλά χαρακτηρίζει την ταξική σχέση στην τρέχουσα περίοδο) είναι μη νόμιμη, συσκοτίζει τον ίδιο το χαρακτήρα της προλεταριακής συνθήκης και δεύτερον, και εδώ είναι το ζουμί και το διακύβευμα, δημιουργεί μια ευκολία για τη θεωρία: τη δυνατότητα (που όμως στο εσωτερικό του θεωρητικού πλαισίου εμφανίζεται ως αναγκαιότητα) να αφεθεί στη μπάντα και να εξοβελιστεί το ζήτημα της προλεταριακής εμπειρίας, και η στιγμή του συλλογικού αναστοχασμού από τον ταξικό ανταγωνισμό και το ξεπέρασμά του. Δεν υποστηρίζω ότι το Blaumachen θεωρεί επουσιώδη αυτά τα ζητήματα, αλλά ότι το πλαίσιο που χρησιμοποιεί δυσχεραίνει εξαιρετικά την επαρκή αποσαφήνισή τους.

Επειδή το προλεταριάτο δεν είναι κεφάλαιο/εμπόρευμα αλλά ‘φορέας’ του εμπορεύματος-εργατική δύναμη (έχει ένα ‘αρνητικό μονοπώλιο’: δε μπορεί να πουλήσει τίποτα πλην αυτου)· επειδή διαθέτει μια αξία χρήσης που εμπλέκεται με μοναδικό τρόπο στην παραγωγή αξίας· επειδή έχει μια μεσολαβημένη πρόσβαση (δια του μισθού, άμεσου και έμμεσου) στην αναπαραγωγή του· επειδή στο καπιταλιστικό προτσές εργασίας, ακριβώς διότι είναι το κατεξοχήν μη-κεφάλαιο, η μη-αξία, μπορεί και λειτουργεί όχι απλώς ως στιγμή-του-κεφαλαίου αλλά ως η-στιγμή-της-παραγωγής-κεφαλαίου, της δημιουργίας αξίας, ακριβώς γι’ αυτό —για όλα τα παραπάνω— μπορεί να έχει μια κριτική σχέση με την ύπαρξη και τη δραστηριότητά του. Αυτή η προσέγγιση εστιάζει σε μια πτυχή του τρόπου ύπαρξης του προλεταριάτου —δεν καταπιάνομαι με ζητήματα όπως την απουσία ελέγχου του προτσές της ζωής, το ‘χωρίς αποθέματα’, το ριζικό χωρισμό από τους όρους ύπαρξης[15].

Περιγράφω σύντομα τον τρόπο που καταλαβαίνω την έννοια της υπαγωγής στο κεφάλαιο, όχι ως ιστορική φάση αλλά ως ασταθή, συγκρουσιακή, βίαιη διαδικασία —την κατεξοχήν βία του κεφαλαίου— που λαμβάνει χώρα ακατάπαυστα, και αντικρούεται, αμφισβητείται από την προλεταριακή αρνητικότητα: το κεφάλαιο μετουσιώνει το προλεταριάτο και το κάνει οιωνεί δικό του, οιωνεί σαρξ εκ της σαρκός του: “το ίδιο το κεφάλαιο είναι στην ουσία του αυτή η μετάθεση [Verrückung], αυτή η μετατόπιση, και [ότι] η μισθωτή εργασία σαν τέτοια προϋποθέτει το κεφάλαιο, ώστε κι από τη δική της πλευρά αποτελεί αυτή τη μετουσίωση· την αναγκαία διαδικασία που τοποθετεί τις ίδιες τις δυνάμεις της εργασίας σαν ξένες προς τον εργάτη.”[16] Και οι δυο πόλοι της σχέσης μπορούν να διεκδικήσουν για τον εαυτό τους την αξίωση ότι όλες οι στιγμές της καπιταλιστικής διαδικασίας εργασίας είναι διαφορετικές μορφές και καταστάσεις του εαυτού τους: το κεφάλαιο μπορεί να πει ότι δε βλέπει παρά μεταβλητό και σταθερό κεφάλαιο —και ούτε καν: κυκλοφορούν και πάγιο—, η εργασία να υποστηρίξει ότι δε βλέπει παρά ζωντανή και αντικειμενοποιημένη εργασία. Όμως από αυτές τις δυο αξιώσεις η μια υπερτερεί της άλλης. Ο λόγος του κεφαλαίου είναι η αλήθεια ενός πραγματικά, έμπρακτα αντεστραμμένου κόσμου —υπ’ αυτή την έννοια μόνο το κεφάλαιο είναι παραγωγικό. Η νέα αξία είναι η επιτυχής μετουσίωση μιας αξίας χρήσης, η ‘ανταμοιβή’ του κεφαλαίου για την επιτυχία του να την υπαγάγει (και συνεπώς, και το προλεταριάτο) υπό τις μορφές του. Η υπαγωγή δε λειτουργεί μόνο ως αφηρημένη στιγμή, αλλά εξακτινώνεται, αν μπορούμε να πούμε, σε όλο το πλέγμα της διαδικασίας αξιοποίησης και πραγματοποίησης της αξίας ως επιτήρηση, πειθάρχηση, απόσπαση συναίνεσης, μυστικοποίηση: το κεφάλαιο έχει ανάγκη να χρησιμοποιεί έναν ολόκληρο στρατό από ενδιάμεσα στρώματα, επιτηρητές, προϊσταμένους, ψυχολόγους, διαφημιστές κτλ. που διασφαλίζουν την επιτυχία της υπαγωγής. Η θεωρία πρέπει να λαμβάνει αυτή την πλευρά του ζητήματος υπόψη, και ό,τι αυτή έχει ως προϋπόθεση: την αδιάκοπη άρνηση και αντίσταση στην υπαγωγή που χαρακτηρίζει την προλεταριακή συνθήκη.[17]

Η διάσταση, η μη-ταύτιση, η απόσταση, που ανοίγεται ανάμεσα στο προλεταριάτο και τη δραστηριότητά του, που του είναι ξένη ως δημιουργική αξίας, είναι όρος ύπαρξης για τη δυνατότητα μιας κριτικής εμπειρίας ως προς αυτήν και άρα προς τον κόσμο του κεφαλαίου, και μαζί στιγμή αυτού που εντάσσει το προλεταριάτο στην καπιταλιστική κοινωνία με τρόπο ριζικά διαφορετικό από τις υποτελείς τάξεις των τρόπων παραγωγής του παρελθόντος: και από αυτή τη σκοπιά, οι προλετάριοι είναι μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο αλλά όχι από αυτόν τον κόσμο. Δεν είναι αυτή η διάσταση, η μη-ταύτιση (που αποτελεί όψη της διαδικασίας που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε και “αλλοτρίωση”) αποτέλεσμα αποκλειστικά ούτε της αρνητικότητας του προλεταριάτου ούτε της θετικότητας του κεφαλαίου, αλλά ταυτόχρονα προϋπόθεση και αποτέλεσμα της ασύμμετρης, συγκρουσιακής σχέσης που συνδέει τις δύο τάξεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Η διάσταση αυτή είναι όρος ύπαρξης της δυνατότητας του προλεταριάτου να σχετίζεται με τον εαυτό του, ή για να μην το θέσω με αυτόν τον αφηρημένο τρόπο, είναι όρος ύπαρξης της δυνατότητας των προλετάριων να σχετίζονται αναμεταξύ τους ως κάτι άλλο από κεφάλαιο —ως άτομα που μοιράζονται την ίδια μοίρα, ως εκμεταλλευόμενοι, ή και ‘συγκάτοικοι στην τρέλα’: άτομα που εκμεταλλεύεται το κεφάλαιο, και όταν δεν τα χρειάζεται τα πετά στο δρόμο. Τούτη η αυτο-σχέση ενυπάρχει σε κάθε άρνηση, εναντίωση που κινείται κόντρα στη λογική του κεφαλαίου, από τις πιο μικρές (την αλληλοκάλυψη στη λούφα, την από κοινού συγκράτηση του εργασιακού ρυθμού, την αλληλεγγύη που εκφράζεται με το εισητήριο που δίνεται στον επόμενο) μέχρι τις πιο μεγάλες: είναι οι χειρονομίες που κλονίζουν τις βεβαιότητες του κόσμου του κεφαλαίου.

Η διάσταση αυτή είναι ακόμη όρος ύπαρξης της δυνατότητας του προλεταριάτου να επιχειρηματολογεί και να συνδιαλέγεται με τον τρόπο που το κάνει, έμπρακτα στο δρόμο και τη διαλεκτική της ταξικής πάλης. Όμως αυτό το ‘έμπρακτα’ συμπεριλαμβάνει τόσο στη μικροκλίμακα[18] όσο και στο ευρύτερο ιστορικό επίπεδο ως στιγμή την καθαυτό ανταλλαγή απόψεων, τις επιλογές, το ζύγισμα των τακτικών, των δυνατοτήτων που ανοίγονται ή χάνονται, το συλλογικό αναστοχασμό, τις μορφές οργάνωσης.

Η διάσταση αυτή είναι τέλος όρος ύπαρξης της δυνατότητας ανασυγκρότησης του προλεταριάτου ως το κόμμα της κριτικής της εργασίας, δηλαδή ως το κόμμα της έμπρακτης κριτικής τόσο της αναπαραγωγής των όρων ύπαρξης μέσω μιας διαχωρισμένης δραστηριότητας, όσο και του συγκεκριμένου τρόπου συνένωσης με τα μέσα παραγωγής, δηλαδή, συνολικά, της δεσπόζουσας μορφής του κοινωνικού μεταβολισμού στην καπιταλιστική κοινωνία. Καταλαβαίνω ότι μιλώντας για δυνατότητες ανοίγω τον ασκό του Αιόλου. Ας μην αποφύγω το ζήτημα κι ας αποπειραθώ μια πρώτη, πρωτόλεια προσέγγιση. Η κατηγορία της δυνατότητας προκύπτει στην εμμενή κριτική ανάλυση της καπιταλιστικής κοινωνίας ήδη με την παρουσίαση της έννοιας του εμπορεύματος-εργατική δύναμη, της δυνατότητας δηλαδή για εργασία, της δυνατότητας παροχής εργασίας. Το ζευγάρι εργατική δύναμη – εργασία στηρίζεται στην οντολογικής ισχύος αριστοτελική συστοιχία δύναμιςενέργεια, και αποτελεί μια ριζοσπαστική δίοδο για να ασκηθεί κριτική σε αυτή. Ο καπιταλιστής αγοράζει αυτή τη δυνατότητα, που στο μυαλό του αντιστοιχεί σε βεβαιότητα, αλλά αυτό είναι η φαντασίωση του κεφαλαίου (που τις περισσότερες φορές πραγματοποιείται, τουλάχιστον στο βαθμό που χρειάζεται για να αποσπαστεί υπεραξία) για έναν κόσμο απαλλαγμένο από αντιστάσεις και προσκόμματα. Η επιτυχής χρήση αυτού του εμπορεύματος, το οποίο δε μπορεί να υπάρξει χωριστά από τον ‘φορέα’ του, είναι μια αμφίβολη υπόθεση (όπως μαθαίνει το κάθε νέο αφεντικό όταν αφήσει χωρίς κάποιου είδους έλεγχο αυτούς που είχε την τύχη να προσλάβει), που για την ολοκλήρωσή της χρειάζεται η βία, η επιβολή για την οποία μίλησα πιο πάνω. Η ύπαρξη της συγκρουσιακής αυτής δυναμικής μπορεί κατά τη γνώμη μου να χρησιμοποιηθεί ως αφετηρία για να ανασυγκροτηθεί η κατηγορία της δυνατότητας στο πεδίο του κοινωνικού ανταγωνισμού, καταρχήν ως προς το παρόν, και να διερευνηθεί η νομιμότητα ή μη της χρήσης της ως προς την εξέταση του παρελθόντος.

Σίγουρα, όπως υποστηρίζει η εισήγηση του Blaumachen, και είναι μια θέση που έχει τύχει να διατυπώσω στο παρελθόν σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις, “δεν υπάρχει ‘συσσώρευση ταξικής συνείδησης’ ”[19]· όλα εξαρτώνται από το τι εννοούμε όταν λέμε συσσώρρευση: μόνο το κεφάλαιο συσσωρεύεται —η συσσώρευση ανήκει εννοιολογικά στο κεφάλαιο-ως-διαδικασία. Το προλεταριάτο απεναντίας βρίσκει καταρχήν την ιστορία του ήδη μπροστά του, ως κεφάλαιο, ως υλική και αξιακή αντικειμενικότητα που πρέπει να γίνει κομμάτια, να αποφετιχικοποιηθεί· δε στοχεύω με αυτό σε μια διανοητική διεργασία αλλά σε μια πρακτική, που προφανώς εμπεριέχει το πνευματικό, το συνειδητό, ως στιγμή: “ο πραγματικός πνευματικός πλούτος του ατόμου εξαρτάται καθ’ ολοκληρίαν από τον πλούτο των πραγματικών του σχέσεων”[20] —αναφέρομαι πιο κάτω σε αυτές τις σχέσεις. Η διαδικασία αποφετιχικοποίησης, που διεξάγεται αλλά και ανακόπτεται με χίλιους τρόπους, δείχνει πως το προλεταριάτο στέκεται απέναντι στην ίδια του δραστηριότητα που έχει πάρει μια στρεβλή, διεστραμμένη [verrückte] μορφή, σε όλους τους χρόνους, από τον υπερσυντέλικο μέχρι το συντελεσμένο μέλλοντα. Όμως ποιος είναι ο τρόπος ύπαρξης της ταξικής εμπειρίας, της ταξικής συνείδησης; Είναι καταρχήν συνείδηση του παρόντος, της παρούσας κατάστασης. Σύμφωνοι. “Μόλις μια τάξη που συγκεντρώνει τα επαναστατικά συμφέροντα της κοινωνίας ξεσηκωθεί, βρίσκει άμεσα μέσα στην ίδια την κατάστασή της το περιεχόμενο και το υλικό της επαναστατικής της δραστηριότητας: για να τσακίζει τους εχθρούς, για να παίρνει τα μέτρα που επιβάλλουν οι ανάγκες του αγώνα. Οι συνέπειες των πράξεών της τη σπρώχνουν πιο πέρα. Δεν αρχίζει θεωρητικές έρευνες πάνω στα καθήκοντά της.”[21] Αυτή η λογική, που χρησιμοποιείται σε διάφορα σημεία στην εισήγηση, ότι πχ. “η επίθεση στις τράπεζες στις οποίες οι προλετάριοι έχουν χρήματα στους λογαριασμούς τους, είναι που θα θέσει αναγκαστικά το ζήτημα του πώς θα υπάρχει ζωή χωρίς χρήμα και δε θα είναι μια απόφαση κατάργησης του χρήματος”[22] είναι μια λογική που επανέρχεται στην επαναστατική θεωρία και έχει πράγματι βάση: “η θέληση, οι καλές προθέσεις, τα ευχολόγια των ανθρώπων δεν είναι αρκετά ισχυρά […] είναι απαραίτητο να καταργηθεί η βασική συνθήκη της σύγχρονης εκμετάλλευσης, η μισθωτή σκλαβιά· αυτή η πράξη προκαλεί τα επόμενα μέτρα αναδιοργάνωσης της κοινωνίας, τα οποία δε θα είχαν ποτέ ληφθεί χωρίς αυτό το πρώτο βήμα.”[23] Πρώτα πετάνε πέτρες οι άνθρωποι ή εύχονται να είχαν πετάξει, και μετά γίνονται (ή και όχι!) δεκτικοί στη λογική της αντιβίας.

Όμως το ‘παρόν’ του κοινωνικού ανταγωνισμού δεν είναι snapshot, σκέτο και ασύνδετο στιγμιότυπο. Εμπεριέχει μέσα του ως ένταση, ως τεταμένη σχέση, το ακόμη-μη υπαρκτό[24]. Το κεφάλαιο παράγει τη δική του χρονικότητα. Για να πιάσω μονάχα μια όψη της, πέρα από τη φυσικοποίηση που προκαλεί και αναπαράγει φετιχιστικά η σχέση, η ίδια η έννοια ‘κεφάλαιο’ εμπεριέχει το ‘καπάρωμα’ του μέλλοντος ως μέλλοντος του διευρυμένου κεφαλαίου. Υποστηρίζω ότι η αντιδιαλεκτική [counter-dialectic] της ταξικής πάλης παράγει τη δική της ανταγωνιστική χρονικότητα, όχι παράλληλα ή απέναντι, λες και καπιταλιστές και προλετάριοι να συγκροτούν δυο ανεξάρτητες μεταξύ τους και αυτοτελείς υποκειμενικότητες που μόνο από σπόντα συμπλέκονται σε μια ασύμμετρη σχέση, αλλά εγκάρσια στη χρονικότητα του κεφαλαίου. “Αν στην κοινωνία, όπως είναι σήμερα, δε βρίσκαμε σε συγκαλυμμένη μορφή τους υλικούς όρους παραγωγής και τις αντίστοιχες τους σχέσεις συναναστροφής [Verkehrsverhältnisse] για μια αταξική κοινωνία, τότε όλες οι απόπειρες να τιναχτεί στον αέρα [αυτή η κοινωνία] θα ήταν δονκιχωτισμός.”[25] Ο κομμουνισμός δεν είναι μόνο ο ορίζοντας όλων μας των αρνήσεων· συγκροτείται εν σπέρματι ως μαγιά, χειρονομία, πλούτος σχέσεων, κοινότητα, ανάγκη, κοινωνικό εργαλείο μάχης σε μια οποιαδήποτε ταξική άρνηση που πάει να συλλογικοποιήσει μια εναντίωση σε αυτό που υπάρχει. Το θέμα δεν είναι να αρνηθούμε ή να εξομαλύνουμε το γεγονός ότι στο κομμουνιστικό πέρασμα υπάρχει ρήξη και ασυνέχεια, αλλά να δούμε τους τρόπους με τους οποίους οι όροι για αυτή τη ρήξη, την ασυνέχεια, με δυο λόγια την κοινωνική επανάσταση, εξυφαίνονται στον κοινωνικό ανταγωνισμό του σήμερα. Ακριβώς επειδή το ‘παρόν’ ούτε γίνεται, ούτε υπάρχει λόγος να αναχθεί σε μια μόνο διάσταση, ακριβώς επειδή δεν είναι ομοούσιο και ομογενές —αυτός είναι ο λόγος του κεφαλαίου: ‘εγώ είμαι το Α και το Ω, ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών…’—, μπορεί να υπάρξει ως συμπύκνωση και έκφραση του ταξικού ανταγωνισμού η ριζοσπαστική συνείδηση, και ο κομμουνισμός —μια ζωή στην οποία οι σχέσεις των ανθρώπων αναμεταξύ τους δε χρειάζεται και δε γίνεται να υπαχθούν σε κανένα προϋπάρχον ή υστερογενές μέτρο— ως επιθυμία, βλέψη, βούληση και σχέδιο. Η κομμουνιστική προοπτική ανοίγεται μέσα από τη συνύφανση της κριτικής στη φτώχια (υλική, πνευματική, εντέλει ανθρώπινη) που επιβάλλει το κεφάλαιο με την κριτική στον πλούτο (αγαθών, ανέσεων, σχέσεων) που υπόσχεται. Κι αυτό το δεύτερο δε γίνεται χωρίς τον κομμουνισμό ως επιθυμία. Δε χρειάζεται να προσθέσουμε με τεχνητό τρόπο αυτή τη διάσταση στην όλη ‘συνάρτηση’, αλλά να έχουμε την ευαισθησία να δούμε ότι υπάρχει ήδη εκεί. Αυτή η επιθυμία για μια άλλη ζωή —όχι να αλλάξουμε ζωή, αλλά να αλλάξουμε τη ζωή—, και το μίσος για το κεφάλαιο που την τρέφει και από την οποία τρέφεται το ίδιο, προκύπτουν και αναπτύσσονται ως μεταγραφή και δημιουργική ανασυγκρότηση στο ανθρώπινο θυμικό του “αναγκαίου αφανισμού” του υπάρχοντος, της αναγκαιότητας της καταστροφής αυτού του κόσμου, αναγκαιότητας που προφανώς δε μπορεί να υπάρξει πουθενά έξω από τα άτομα, λαμβάνοντας υπόψη αφενός ότι παραγωγικές δυνάμεις και κοινωνικές σχέσεις δεν αποτελούν παρά δυο διαφορετικές όψεις των κοινωνικών ατόμων που για συγκεκριμένους λόγους και συνθήκες εμφανίζονται διαχωρισμένες από αυτά, και αφετέρου ότι ο κομμουνισμός ως διαδικασία μετασχηματίζει τους υπάρχοντες όρους σε όρους συλλογικοποίησης της ζωής, άρσης του κατακερματισμού του προτσές της ζωής —ειδεμή, αν αυτό αποδειχτεί αδύνατο, τους καταστρέφει, ή τους αφήνει στην άκρη σαν παιχνίδια που χάλασαν. Δεν αναπτύσσω μια νομοτέλεια, θέλω να φωτίσω κάπως αυτό που προσδιόρισα στην αρχή της παραγράφου σαν ένταση, τεταμένη σχέση. Η αναγκαιότητα καταστροφής αυτού του κόσμου δεν είναι παρά η άλλη όψη του κομμουνισμού ως της καταστροφής κάθε αναγκαιότητας που υπάρχει έξω και ανεξάρτητα από τα άτομα (στο βαθμό που πρόκειται για προϊόν της δραστηριότητάς τους), δηλαδή κάθε κοινωνικής σχέσης που φέρει μέσα της την αυτονόμηση, την ανεξαρτητοποίησή της από αυτά, δηλαδή, εντέλει, της κατάργησης της κοινωνίας ως (σχεσιακής) οντότητας που υπάρχει έξω και απέναντι από τα άτομα.

Για να επιστρέψω και να αρχίσω να συνοψίζω, σύμφωνα με το ‘Self-organisation’ της TC, στην τωρινή περίοδο η “εκμετάλλευση δεν παράγει πια μια ομογενή κοινωνική οντότητα της εργατικής τάξης, […] που να μπορεί να έχει συνείδηση του εαυτού της ως κοινωνικού υποκειμένου, με την έννοια που δίνεται συνήθως σε αυτό, δηλ. να μπορεί να έχει τη συνείδηση του εαυτού της σε σχέση με τον εαυτό της, απέναντι στο κεφάλαιο”. Ακριβώς επειδή, με την επίκληση χαρακτηριστικών της τρέχουσας ταξικής σύνθεσης, οδηγείται η θεωρία στη θέση ότι η αδυνατότητα μιας προλεταριακής συνείδησης (αυτο-σχέσης) είναι πια δομική, ένα μη αναστρέψιμο ιστορικό προϊόν, είναι “αναγκαίο να παραχθεί [από τη θεωρία, σημ. coghnorti] η ταυτότητα του προλεταριάτου ως τάξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και ως επαναστατικής τάξης”[26]. Η θεωρία οδηγείται, κατ’ ανάγκη, για να σώσει την κομμουνιστική προοπτική, στο να ταυτίσει το προλεταριάτο ως τάξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και ως τάξη της επανάστασης, και να θέσει στον εαυτό της ένα ερώτημα στο οποίο δε μπορούμε, κατά τη γνώμη μου, παρά να δώσουμε μια αρνητική απάντηση. Ή μάλλον καλύτερα, το ίδιο το ερώτημα είναι προβληματικό, απότοκο μιας μονοδιάστατης θεώρησης του κοινωνικο-ιστορικού πεδίου, και πρέπει να τεθεί υπό αμφισβήτηση η εγκυρότητά του. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, όπου το βάθεμα της κρίσης αναπαραγωγής του προλεταριάτου το οδηγεί μέσα από τους αγώνες του να έρθει σε ρήξη με τον εαυτό του προσκρούοντας στο ίδιο το ταξικό ανήκειν ως όριο, μπορούμε να μιλάμε για κομμουνιστικά στοιχεία μόνο ως επέκεινα, ως ξεπέρασμα αυτού του ορίου, εξού και η επανάληψη της στερεότυπης διατύπωσης: το προλεταριάτο θα πάρει κομμουνιστικά μέτρα. Οι αλληλέγγυες, χειραφετητικές, κομμουνιστικές χειρονομίες που ήδη μέσα στους κοινωνικούς αγώνες του σήμερα προεικονίζουν τον κόσμο του μέλλοντος (Βlaumachen #1, σ. 28) φεύγουν από το προσκήνιο, και “η ανατρεπτική δύναμη των αδερφικών, ανοιχτών, κομμουνιστικών σχέσεων οι οποίες επανεμφανίζονται σε κάθε ουσιαστική εξέγερση”[27] υποτιμάται εκ νέου. Το μίσος για το κεφάλαιο, η επιθυμία μιας άλλης ζωής ερμηνεύονται ως “ιδεολογική έκφραση του γεγονότος ότι το προλεταριάτο αποτελεί πόλο της αντίφασης της εκμετάλλευσης”[28].

Μπορούμε τώρα να δούμε ότι η συλλογιστική που προσδιορίστηκε στο πρώτο μέρος ως ‘αναγωγή στο αυτό’ των διαφορετικών και αντικρουόμενων εκφάνσεων της προλεταριακής πρακτικής του παρελθόντος, μπορεί μέσα από την κατοπινή επιχειρηματολογία να ιδωθεί ως προβολή στο παρελθόν μιας μονοδιάστατης και περιορισμένης σύλληψης του παρόντος του ταξικού και κοινωνικού ανταγωνισμού, που αντιστοιχεί με τη σειρά της σε μια βεβιασμένη σύνθλιψη των στιγμών και σχέσεων που συγκροτούν την έννοια ‘προλεταριάτο’. Όμως κατά τη γνώμη μου η έννοια ‘προλεταριάτο’ είναι μια σύνθετη έννοια[29] και η σχέση ανάμεσα στις στιγμές που τη συγκροτούν (διπλός χαρακτήρας του εμπόρευματος-εργατική δύναμη και σχέση του προλεταριάτου ως ‘φορέος’ με αυτό, ιδιομορφίες του εμπορεύματος-εργατική δύναμη, ‘συμμετοχή’ και συγκεκριμένος τρόπος ‘συμμετοχής’ του προλεταριάτου στην καπιταλιστική διαδικασία εργασίας, ριζικός χωρισμός από τους όρους ύπαρξης, απουσία δυνατότητας ελέγχου πάνω στο προτσές της ζωής, συγκρότηση στην εναντίωση προς το κεφάλαιο, κτλ.) είναι συγκρουσιακή, αντιφατική· μια ανάλυση σε λογικό επίπεδο —που όμως για μια σειρά από συνθήκες έχει οντολογικό βάρος και ισχύ— αυτών των στιγμών που συνυπάρχουν και σχετίζονται αντιφατικά μπορεί να συμβάλλει στην αποσαφήνιση του τρόπου ύπαρξης της προλεταριακής πρακτικής στην αντιφατικότητά της σε ιστορικό επίπεδο. Η εξαιρετικά περίπλοκη σχέση ανάμεσα στα δυο επίπεδα ανάλυσης προφανώς δε μπορεί να είναι η σχέση μιας πλατωνικής ουσίας με την εκτύλιξή της στο κοινωνικο-ιστορικό χωροχρόνο, ούτε να δοθεί μέσα από την παραδοσιακή λογικο-ιστορική μέθοδο, σύμφωνα με την οποία η παρουσίαση των κατηγοριών αντιστοιχεί στη σειρά με την οποία εμφανίζονται στην ιστορική πραγματικότητα. Δεν έχουμε να κάνουμε με τον κομμουνισμό ως καντιανό πολικό αστέρα προς τον οποίο μάταια προσπαθεί να προσανατολιστεί η ανθρωπότητα, ούτε ως επουράνιο ιδεώδες που αντιπαραβάλλεται στις επίγειες κακέκτυπες εκδηλώσεις του, αλλά με τον κομμουνισμό ως το νήμα που διατρέχει την “ιστορία του κόμματος που σχηματίζεται αυθόρμητα παντού από το έδαφος της σύγχρονης κοινωνίας”[30].

*

Εν κατακλείδι, το θεωρητικό έργο που αναπτύσσει το Blaumachen είναι μια από τις πιο σοβαρές και ενδιαφέρουσες προσπάθειες να γίνει αντικείμενο σκέψης και κριτικής η εποχή μας από ριζοσπαστική, κομμουνιστική σκοπιά. Μπορεί η κρίση να απαξιώνει μια σειρά από ευρέως διαδεδομένες στάσεις, ιδέες και αντιλήψεις πιο γρήγορα κι από τα δεκαετή ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, όμως ταυτόχρονα αποτελεί πρόσφορο έδαφος για την εμφάνιση ή επανεμφάνιση τάσεων που ριζώνουν στην πραγματική, εντελώς κατανοητή ανάγκη να δοθεί μια εύκολη, άμεση και προπάντων ‘πρακτική’ λύση οποιουδήποτε τύπου στην κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε: αυτοδιαχειρίσεις, συνεταιριστικές λύσεις, αλληλέγγυο εμπόριο, τράπεζες χρόνου, αναζήτηση νησίδων εναλλακτισμού, δημοκρατισμός —για να αναφέρω μόνο κάποιες ‘αριστερόστροφες’ τάσεις. Με δυο λόγια, μια νέου τύπου σοσιαλδημοκρατία από-τα-κάτω, που όπως και η παλιά, όχι μόνο δε μπορεί και δε θέλει να καταργήσει τα δυο άκρα, το προλεταριάτο και το κεφάλαιο, αλλά ψάχνει να βρει τρόπους και μέσα για να αμβλύνει, να μετριάσει την καπιταλιστική σχέση εκμετάλλευσης, και να τη μετατρέψει ιδεατά σε σχέση αρμονίας. Όμως η καπιταλιστική κοινωνία φαίνεται ήδη να οδεύει προς άλλες κατευθύνσεις. Δεν είναι η πρώτη φορά που η τάση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής να δημιουργεί πλεονάζοντες πληθυσμούς και κεφάλαια επανεμφανίζεται σε τέτοια κλίμακα στα ίδια τα κέντρα συσσώρευσης αξίας. Δεν είναι η πρώτη φορά που η μορφή-αξία, από κοινωνική μορφή του μεταβολισμού ανθρώπου-φύσης, και άρα μορφή αναπαραγωγής των όρων ύπαρξης των ατόμων, μεταμορφώνεται με τέτοια ένταση σε μορφή, σε μηχανή καταστροφής ανθρώπων —ή μήπως τέτοια ήταν ανέκαθεν η άλλη της όψη; Θνησιγενείς ή όχι, τέτοιες μετριοπαθείς τάσεις σαν αυτές που ανάφερα πιο πάνω θα αποτελούν δυνάμεις που θα δρουν ανασταλτικά στο να τεθεί το ζήτημα επί τάπητος από τη μεριά των από-τα-κάτω. Η οπτική του Blaumachen είναι έτσι κι αλλιώς μια στέρεη και δυνατή κριτική σε τέτοιες τάσεις. Επιπλέον παράγει αποτελέσματα που μπορούν να έχουν πρακτική χρησιμότητα για το κίνημα —για παράδειγμα η κριτική στη λογική (ή την τρέλα) του ένοπλου. Όμως από άλλες σκοπιές πιστεύω ότι μπορεί να συσκοτίσει τα πράγματα, όπως με τον τρόπο που εννοιολογείται και κριτικάρεται το ζήτημα της οργάνωσης, ή με τον τρόπο που αντιμετωπίζονται οι ριζοσπαστικότητες του παρελθόντος στην περιοδολόγηση.

Με αυτό το κείμενο, που αποσκοπεί να αποτελέσει μια μικρή συμβολή στη συζήτηση του ‘κομμουνιστικού ζητήματος’ που φαίνεται σιγά-σιγά να ανοίγει πέρα από την κλίμακα των μικροσκοπικών κύκλων, δεν καταπιάστηκα παρά με κάποιες πλευρές της θεώρησης του Blaumachen —για να αναφέρω μόνο δυο-τρία πράγματα, δεν έπιασα το ενδιαφέρον ζήτημα της μετρησιμότητας, ή τη σχέση ανάμεσα στη λογική των “δι-ατομικών σχέσεων” και την κριτική της ισότητας, ενώ άφησα έξω από τη εξέταση το ζήτημα της ύπαρξης και ‘λειτουργίας’ της πολιτικής δράσης, αλλά και το ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα της κρίσης. Προσπάθησα να προσεγγίσω από δυο διαφορετικές αφετηρίες τον τρόπο που κατανοώ αυτό που κατά τη γνώμη μου αποτελεί σημείο-κλειδί για την κατά το μέτρο του δυνατού αποσαφήνιση των χαρακτηριστικών της κομμουνιστικής μετάβασης, αλλά και βασική διαφωνία με τη θεώρηση του Blaumachen: τη σχέση που μπορεί να έχει αυτό που ονομάζουμε ‘κομμουνισμό’ με τα τωρινά κοινωνικά άτομα στις πραγματικές τους σχέσεις. Όπως και να ’χει, η συζήτηση συνεχίζεται.

_____________

(Ευχαριστίες στη Δ. και τον Ο. για τις παρατηρήσεις στο προσχέδιο αυτού του κειμένου)

[1] Endnotes #1, Bring out your Dead.

[2] Σε αυτό το κείμενο λαμβάνω υπόψη μου τα τεύχη #1 ως #4.

[3] Ιntroduction to ‘A Reply to Aufheben’ by a former member of Aufheben, στο σάιτ του riff-raff.

[4] Θα αναφέρομαι στο κείμενο που υπάρχει στο σάιτ του Blaumachen ως ‘προφορική εκδοχή’. Το άλλο είναι το μπροσουράκι που μοιράστηκε στο φεστιβάλ.

[5] Για να δώσω ένα παράδειγμα, μια τέτοια συστηματικότητα θα όφειλε να βασιστεί σε μια διεξοδική εξέταση της ιστορίας του ταξικού ανταγωνισμού.

[6] Μια εναλλακτική θα ήταν να βρεθούμε στη θέση να είμαστε αναγκασμένοι να πούμε: δε μπορούμε να ξέρουμε, θα μας δείξει η ταξική πάλη στο ξεπέρασμά της· το μόνο που μπορούμε να ξέρουμε, μέσω της κριτικής ανάλυσης της ήττας των αγώνων και των (αντ-)επαναστάσεων των προηγούμενων περιόδων, είναι τι δεν μπορεί να είναι το περιεχόμενο του κομμουνισμού σήμερα.

[7] Stillstand und Fortschritt im Marxismus [Στασιμότητα και Πρόοδος στον Μαρξισμό] (1903), διαθέσιμο στο http://raumgegenzement.blogsport.de. Η αγγλική μετάφραση υπάρχει στο marxists.org.

[8] Marxism: Yesterday, Today, and Tomorrow [Μαρξισμός: Χθες, Σήμερα, Αύριο] (1978).

[9] Ζιλ Ντώβε, Έκλειψη και Επανεμφάνιση του Κομμουνιστικού Kινήματος, σ. 45.

[10] Συνοψίζω σε αυτή την παράγραφο μερικές διερευνητικές σημειώσεις για μια πιθανή δίοδο που να οδηγεί από μια κριτική σε ένα δυναμικό και διαρθρωμένο σύνολο αξιών χρήσης στη δυνατότητα κριτικής της ίδιας της αξίας χρήσης ως κατηγορίας, και στην αποκαθήλωσή της από ένα στάτους διιστορικότητας.

[11] Κεφάλαιο Ι, σ. 26. Εδώ και παρακάτω προσαρμόζω τις διαθέσιμες μεταφράσεις όπου νομίζω ότι απαιτείται, παραπέμποντας όμως σε αυτές.

[12] Grundrisse, Β’ Τόμος σ.193 (ελλ. εκδ. στοχαστής).

[13] Έτσι, στο απόγειο της περιόδου της επιβεβαίωσης του προλεταριάτου και της εργασίας, εμφανίζεται μια ομαδούλα στην Ολλανδία που επιτίθεται στην εργασία και την προλεταριακή συνθήκη, και προτάσσει ένα κομμουνιστικό περιεχόμενο και μια αρνητική πρακτική (Mokergroep, Η Εργασία Είναι Έγκλημα, 1924). Αυτό φυσικά δεν αποδεικνύει τίποτα. Όμως το παρελθόν της ταξικής πάλης είναι γεμάτο από τέτοιες στιγμές. Το Βlaumachen φαίνεται να αρνείται μια τέτοια αντιφατική αυτο-σχέση. Δες BM #4, σ.14, υποσημείωση: “[…] η τάση αυτή, προκειμένου αφενός να εξηγήσει την εξέλιξη της ταξικής πάλης και αφετέρου να τοποθετηθεί σε σχέση με το περιεχόμενο των σύγχρονων αγώνων, μετασχηματίζει την αντίφαση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, σε απλή αντίθεση και μεταφέρει την αντίφαση στο εσωτερικό του προλεταριάτου”. Ακόμη, ως προς την αναγωγή στο αυτό για την οποία μιλώ παρακάτω, στο ίδιο τεύχος δες την υποσημείωση της σ. 35 όπου παρατίθεται χωρίς κάποιο κριτικό σχόλιο μια ‘σκανδαλώδης’ άποψη της TC: “Ο σταλινικός ηγέτης ήταν ίσως ‘για τους εργάτες το θεσμικό αντίστοιχο του αφεντικού ελέω θεού’, αλλά ήταν επίσης και το θεσμικό αντίστοιχο της αυτονομίας” (Théorie Communiste, Selforganisation is the first act of the revolution…).

[14] “Πώς μπορεί το προλεταριάτο, δρώντας αποκλειστικά και μόνο ως τάξη αυτού του τρόπου παραγωγής, στο πλαίσιο της αντίφασής του με το κεφάλαιο στο εσωτερικό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, να καταργήσει το κεφάλαιο, άρα και τις τάξεις, άρα και τον εαυτό του, δηλαδή να παραγάγει τον κομμουνισμό;” Théorie Communiste, στο Blaumachen #4, σ.56.

[15] Με αυτή την προσέγγιση δε δίνεται κάποιο προβάδισμα στο λεγόμενο ‘παραγωγικό εργάτη’ έναντι άλλων όψεων της προλεταριακής συνθήκης.

[16] Grundrisse Β’, σ. 228.

[17] Για την έννοια της υπαγωγής δανείζομαι στοιχεία από το κείμενο The Problem of UseValue for a Dialectic of Capital του Christopher Arthur που υπάρχει στο βιβλίο New Dialectics and Political Economy. Αφήνω έξω από τη συζήτηση την εξέταση της στενής σχέσης που υπάρχει ανάμεσα στην παραγωγικότητα του κεφαλαίου και αυτό το αρνητικό δυναμικό. Προφανώς υπάρχουν σχέσεις αμοιβαιότητας στην προϋπόθεση που ανέφερα, όπως και στον όρο ύπαρξης και τα χαρακτηριστικά που αναπτύσσω στις επόμενες παραγράφους.

[18] Ένα προσωπικό παράδειγμα: εγκατέλειψα τον ‘καστοριαδισμό’ μέσα από τα φοιτητικά του 2006, βλέποντας ότι αυτό το πράγμα δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με ό,τι ζω, και δε μου δίνει εργαλεία να το κατανοήσω. Όμως η συστηματικοποίηση αυτής της μεταστροφής, που οδήγησε σε μια κάπως διαφορετική στάση στη δεύτερη φάση των καταλήψεων, έγινε (και) μέσα από το Blaumachen #1, τις αναφορές που υπήρχαν εκεί, κτλ.

[19] Η προοπτική της κομμουνιστικοποίησης, σ.9

[20] Γερμανική Ιδεολογία, 1ος τόμος, σ. 84. Το ίδιο ισχύει και για την φτώχια.

[21] Οι Ταξικοί Αγώνες στη Γαλλία… στο Καρλ Μαρξ, Ιστορικά Έργα, σ. 42.

[22] Προοπτική της Κομμουνιστικοποίησης, προφορική εκδοχή.

[23] Paul Mattick, The Masses & The Vanguard [Μάζες και Πρωτοπορία], 1938.

[24] Αφήνω έδω έξω από τη συζήτηση που κάνω το ζήτημα της κριτικής οικειοποίησης του παρελθόντος της ταξικής πάλης, της απόκτησης διδαγμάτων από αυτό, της επεξεργασίας της ιστορικής εμπειρίας, και του τρόπου που εμπλέκονται τα παραπάνω στο παρόν της ταξικής πάλης, επηρεάζοντας τις δυνατότητες δράσης σ’ αυτό. Αρκεί να πω ότι όλα τα παραπάνω δε μπορούν να αποτελούν συσσώρευση —μια έννοια που ανήκει στην κυριαρχία του παρελθόντος πάνω στο παρόν. Αν έπρεπε να δανειστούμε έναν όρο από το σύμπλεγμα εννοιών της ανάλυσης του καπιταλιστικού σύμπαντος, δε θα ήταν ούτε ο εντελώς προβληματικός νέγκρικος/αυτονομίστικος όρος ‘προλεταριακή αυτοαξιοποίηση’, αλλά απλά, η απαξίωση, με όλες τις σημασίες της λέξης. Δε χρειάζεται να καταφύγουμε σε κάτι τέτοιο. Αρκεί να πούμε ότι τα παραπάνω αποτελούν στιγμές και όψεις της πάλης για την κυριαρχία του παρόντος πάνω στο παρελθόν.

[25] Grundrisse, A’, σ.111. Δική μου έμφαση.

[26] Théorie Communiste, Who We Are?, 5η παρ. Δική μου η έμφαση και στα δυο αποσπάσματα.

[27] Ζιλ Ντωβέ, Έκλειψη και Επανεμφάνιση…, σ. 17. Ο χρόνος του ρήματος προσαρμόστηκε.

[28] Προφορική εκδοχή της Προοπτικής της κομμουνιστικοποίησης. Δική μου έμφαση. Ερώτημα αποτελεί η δυνατότητα ή μη σε αυτό το πλαίσιο μιας μη-ιδεολογικής έκφρασης αυτού του γεγονότος.

[29] Η δε παρουσίασή της σε όλο της το εύρος και την αρνητικότητα μένει να γίνει στο (άγραφο και ενδεχομένως αδύνατο να γραφεί, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία) ‘βιβλίο για τον μισθό‘. Σημειώσεις όμως για αυτό το βιβλίο υπάρχουν ήδη, αν μπορούμε να πούμε, διάσπαρτες, διασκορπισμένες στα πιο γόνιμα κομμάτια της επαναστατικής θεωρίας μέχρι σήμερα.

[30] Μαρξ, Επιστολή στον Freiligrath, 29-2-1860.

Advertisements


%d bloggers like this: