Το κείμενο κριτικής στη μπροσούρα του Ζιλ Ντωβέ Όταν οι Εξεγέρσεις Πεθαίνουν (ελλ. έκδ. Πρακτορείο Rioters)[1] δημοσιεύτηκε στο 16ο τεύχος του περιοδικού που εκδίδει η ομάδα Théorie Communiste (2000). Τον Δεκέμβρη του 2008 εκδόθηκε στα αγγλικά στο 1ο τεύχος του περιοδικού Endnotes, ενταγμένο στην αποτύπωση της αντιπαράθεσης ανάμεσα στην TC και τον Ζιλ Ντωβέ (troploin). Από εκεί έγινε η παρούσα μετάφραση. Τα υπόλοιπα κείμενα που αποτελούν τον διάλογο έχουν δημοσιευτεί στα ελληνικά, πλην του Ανθρώπινο, Πολύ Ανθρώπινο: Όταν οι Εξεγέρσεις Πεθαίνουν, Πρακτορείο Rioters, Προλεταριάτο και Εργασία: Μια Ιστορία Αγάπης, Τα Παιδιά της Γαλαρίας #11, Πολύ Κακό για το Τίποτα, Blaumachen #5. Όλα τα αποσπάσματα εντός εισαγωγικών, είτε εντός κειμένου είτε σε ξεχωριστές παραγράφους είναι από το Όταν οι Εξεγέρσεις Πεθαίνουν, του οποίου η ελληνική μετάφραση τροποποιήθηκε όπου κρίθηκε αναγκαίο.

*

Στο Όταν Πεθαίνουν οι Εξεγέρσεις συναντούμε την κανονιστική σύλληψη της ταξικής πάλης στην καθαρή της μορφή. Από τις πρώτες σελίδες ο Ντωβέ μας δίνει το λεξιλόγιο αυτής της προβληματικής: ένα λεξιλόγιο από “χαμένες” ευκαιρίες και “αποτυχημένες” πραγματοποιήσεις. Καθ’ όλο το κείμενο ο φασισμός και ο ναζισμός περιγράφονται ως το αποτέλεσμα των ορίων των ταξικών αγώνων της προηγούμενης περιόδου, όμως αυτά τα όρια ορίζονται σε σχέση με τον Κομμουνισμό (με Κάπα κεφαλαίο), και όχι σε σχέση με τους αγώνες εκείνης της περιόδου. Εντωμεταξύ, η ιστορία του κεφαλαίου αποδίδεται σε μια αντίφαση που την ξεπερνά, σε μια γενική αντίφαση της ιστορίας: το διαχωρισμό ανάμεσα σε άνθρωπο και κοινότητα, ανάμεσα σε ανθρώπινη δραστηριότητα και κοινωνία:

“Η δημοκρατία δε θα μπορέσει ποτέ να λύσει το πρόβλημα της πιο διαχωρισμένης κοινωνίας στην ιστορία.”

Όμως η δημοκρατία ποτέ δεν αποσκοπούσε σε αυτό. Μόνο η κοινωνία με τις ισχυρότερες και πιο αναπτυγμένες σχέσεις ανάμεσα στα άτομα μπορεί να παράξει τη φαντασία του απομονωμένου ατόμου. Το ζήτημα δεν είναι να μάθουμε πώς τα άτομα, που καθορίζονται από ένα τρόπο παραγωγής, συνδέονται με μια πολιτική μορφή, και τον λόγο για τον οποίο αυτοί οι κοινωνικοί δεσμοί παίρνουν τη μορφή της πολιτικής. Ένας ορισμένος τύπος ατόμου αντιστοιχεί σε έναν ορισμένο τύπο κοινότητας· τα άτομα σχηματίζουν κοινότητες το ίδιο περιορισμένες όσο αυτά. Η δημοκρατία (το κράτος εν γένει) είναι η μορφή αυτής της κοινότητας στο πολιτικό επίπεδο· δεν αντιστοιχεί σε ένα γενικό διαχωρισμό – δεν υφίσταται κανένας τέτοιος διαχωρισμός. Το να λέμε ότι η δημοκρατία δεν ανταποκρίνεται καλά σε αυτό το διαχωρισμό είναι σα να λέμε ότι αυτός ο γενικός διαχωρισμός αποτελεί τη γενική δυναμική της ιστορίας (μια ιδέα που αναπτύχθηκε ιδιαίτερα από το La Banquise).

Διαβάζουμε ότι οι εργάτες ηττήθηκαν από τη δημοκρατία (με τη βοήθεια κομμάτων και συνδικάτων)· όμως για τους στόχους – για το περιεχόμενο – αυτών των εργατικών αγώνων (σε Ιταλία, Ισπανία, Γερμανία) δε διαβάζουμε τίποτα. Έτσι βουτάμε στην προβληματική της “προδοσίας” από τα κόμματα και τα συνδικάτα. Αυτό που πρέπει να εξηγηθεί, και μάλιστα στη βάση της φύσης αυτών των αγώνων, είναι ακριβώς η υπακοή των εργατών σε αυτά τα ρεφορμιστικά κινήματα. Αντ’ αυτού έχουμε τις νεφελώδεις χειραγωγήσεις και τα σκιώδη τεχνάσματα να παίζουν το ρόλο της εξήγησης.  “Οι προλετάριοι εμπιστεύτηκαν τους δημοκράτες”, το ίδιο προλεταριάτο που πάλεψε ενάντια στο κεφάλαιο “χρησιμοποιώντας τις δικές του μεθόδους και τους δικούς του σκοπούς”, μεθόδους και σκοπούς που δεν ορίζονται ποτέ. Ο Ντωβέ φτάνει στο σημείο να θέσει το ερώτημα “Ποιος νίκησε την προλεταριακή ενέργεια;”, όμως δεν κάνει καμία αναφορά στο περιεχόμενο, τις μορφές και τα όρια αυτής της ενέργειας. Είναι προλεταριακή ενέργεια κι αυτό είναι όλο. Για τον Ντωβέ το κεντρικό ερώτημα ήταν “πώς θα τεθεί η εργατική τάξη υπό έλεγχο;”. Όμως πριν αυτή την ερώτηση πρέπει να θέσουμε μιαν άλλη: “Τι κάνει η εργατική τάξη;” Αυτό μοιάζει να είναι αυτονόητο στο κείμενο· είναι ζήτημα “προλεταριακής ενέργειας”. Γιατί λοιπόν τότε η απόπειρα να τεθεί υπό έλεγχο η εργατική τάξη πέτυχε το ’21 και το ’43 (στην Ιταλία); Σε αυτά τα ερωτήματα το κείμενο απαντά με τρόπο ανεκδοτολογικό· ή με τον βαθυστόχαστο τρόπο που θα δούμε αργότερα: οι εργάτες απέτυχαν και ηττήθηκαν επειδή δεν έκαναν την επανάσταση – καταφυγή στην ταυτολογία.

Την ίδια ακαθόριστη “προλεταριακή ενέργεια” βρίσκουμε και στην ανάλυση της ήττας της εργατικής τάξης και της επακόλουθης νίκης του Ναζισμού στη Γερμανία:

“Η γερμανική ήττα του 1918 και η πτώση της αυτοκρατορίας έθεσαν σε κίνηση μια προλεταριακή επίθεση [έχουμε να κάνουμε προφανώς με μια εκδήλωση ‘προλεταριακής ενέργειας’, TC], με αρκετή ισχύ για να ταρακουνήσει τα θεμέλια της κοινωνίας, αλλά όχι και για να την επαναστατικοποιήσει, φέρνοντας έτσι τη σοσιαλδημοκρατία και τα συνδικάτα στην κεντρική σκηνή, ως υπεύθυνους για την πολιτική ισορροπία.”

Δε διαβάζουμε τίποτα παραπάνω για αυτή την “προλεταριακή επίθεση”. Γιατί δεν ήταν αρκετά ισχυρή για να επαναστατικοποιήσει την κοινωνία; Αυτό είναι όμως το ερώτημα, και το μόνο ερώτημα στο οποία θα θέλαμε να έχουμε μια απάντηση. Τα πράγματα φαίνεται προφανή στον συγγραφέα: αρκεί να γράψει “προλεταριάτο” και “επανάσταση”. Σε μια στιγμή μας δίνει επί τροχάδην μια ένδειξη [εξήγησης]: το γερμανικό ριζοσπαστικό κίνημα περιγράφεται σαν “ένα κίνημα που επεδίωκε έναν ‘εργατικό’ κόσμο”. Όμως αυτό το κεφαλαιώδους σημασίας σχόλιο δεν αναπτύσσεται· εδώ λειτουργεί σαν μια λεπτομέρεια που δε δίνει απάντηση στο ερώτημα περί της ήττας, και αμέσως υποβαθμίζεται μέσα από τη γενικότητα της “προλεταριακής επίθεσης”.

Το κλειδί αυτής της προβληματικής μάς δίνεται σε μια παρατήρηση που κάνει ο Ντωβέ εν παρόδω:

“Όμως η συντηρητική επανάσταση πήρε επίσης αρχαϊκές αντικαπιταλιστικές τάσεις (επιστροφή στη φύση, φυγή από τις πόλεις…) που τα εργατικά κόμματα, ακόμα και τα πιο εξτρεμιστικά, είχαν υποτιμήσει, αρνούμενα να ενσωματώσουν την α-ταξική και κοινοτιστική διάσταση του προλεταριάτου, και ανίκανα να φανταστούν το μέλλον ως οτιδήποτε άλλο από μια επέκταση της βαριάς βιομηχανίας.”

Ας αφήσουμε στην άκρη τους αγώνες του Ναζιστικού καθεστώτος ενάντια στη βαριά βιομηχανία· αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η “προλεταριακή ενέργεια”. Αυτή η ενέργεια εδράζεται σε αυτή την “α-ταξική και κοινοτιστική διάσταση”. Αν τα πράγματα έχουν έτσι, μόλις διακηρυχθεί η ύπαρξη αυτής της διάστασης, όλα τα άλλα – δηλαδή, η πραγματική ιστορία των ταξικών αγώνων – δε μπορεί να αποτελούν κάτι άλλο από διαδοχή μορφών λιγότερο ή περισσότερο ταιριαστών [σε αυτή τη διάσταση]. Το γενικό μοτίβο της επιχειρηματολογίας έχει ως εξής: άνθρωπος και κοινωνία είναι διαχωρισμένοι, και αυτό είναι το θεμέλιο της ιστορίας· όλες οι ιστορικές μορφές ανθρώπινης κοινωνίας στηρίζονται σε αυτόν το διαχωρισμό, και επιχειρούν να τον επιλύσουν, αλλά μόνο με αλλοτριωμένες μορφές. Το κεφάλαιο είναι η κοινωνία στην οποία αυτή η αντίφαση ωθείται στα όριά της, αλλά ταυτόχρονα (να κι Χέγκελ σαν από μηχανής θεός!) είναι η κοινωνία που γεννά μια τάξη που έχει αυτή την κοινοτική διάσταση, μια α-ταξική τάξη. Όσο αφορά το κεφάλαιο, αναγκάζεται να απαντήσει σε αυτό το ζήτημα του διαχωρισμού (που, ας μην το ξεχνάμε, είναι απλά μια μορφή κοινωνικού δεσμού) με το κράτος, τη δημοκρατία, την πολιτική. Φτάσαμε στην απλή αντιπαράθεση δυο απαντήσεων για το ίδιο ερώτημα. Δεν έχουμε πια να κάνουμε με το προλεταριάτο και το κεφάλαιο ως τους δυο όρους της αντίφασης εντός του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, αλλά με την ανθρώπινη κοινότητα και τον φορέα της το προλεταριάτο από τη μία, και από την άλλη την πολιτική (το κράτος) που αντιπαρατίθενται. Η μόνη σύνδεση ανάμεσα στα δυο είναι ότι αποτελούν αντιτιθέμενες λύσεις στο υπεριστορικό πρόβλημα το διαχωρισμού ανθρώπου και κοινωνίας, ατόμου και κοινότητας. Βρίσκουμε αυτή την προβληματική σε αναπτυγμένη μορφή στην “Ιστορία των Καταβολών μας” [The Story of our Origins] στο 2ο τεύχος του La Banquise [1983]. Η όλη προβληματική αγνοεί τη βασική αρχή του υλισμού: σε κάθε τύπο ατόμου αντιστοιχεί ένας ορισμένος τύπος κοινότητας.

Το προλεταριάτο δεν έχει μια α-ταξική ή κοινοτιστική διάσταση: έχει, στην αντίφασή του με το κεφάλαιο, την ικανότητα να καταργήσει το κεφάλαιο και την ταξική κοινωνία και να παράξει την κοινότητα (την κοινωνική αμεσότητα του ατόμου). Αυτή δεν είναι μια διάσταση που φέρει εντός του – ούτε ως φύση την οποία αποκτά από την κατάστασή του στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, ούτε τέλος ως το επιτέλους ευρεθέν υποκείμενο της γενικής τάσης της ιστορίας προς την κοινότητα.

Καθώς δε μπορεί, μέσα σε αυτή την προβληματική, να δει την ταξική πάλη ως την πραγματική ιστορία των άμεσων μορφών της και να κατανοήσει ότι το εκάστοτε ιστορικό περιεχόμενο εξαντλεί την ολότητα που αποτελεί ο αγώνας (και δεν αποτελεί ιστορική μορφή κάποιου άλλου πράγματος), ο Ντωβέ δε μας λέει ποτέ γιατί απέτυχε η επανάσταση, ούτε γιατί κάθε φορά που θέλησαν το κράτος, τα κόμματα, τα συνδικάτα να καταστρέψουν το επαναστατικό κίνημα, τα κατάφεραν. “Η αντεπανάσταση θριαμβεύει αναπόφευκτα στο πεδίο της επανάστασης” –ακριβώς, όμως δε βρίσκουμε πουθενά τους λόγους για τους οποίους η αντεπανάσταση υπερισχύει σε σχέση με τα ιστορικά χαρακτηριστικά της επανάστασης. Ο συγγραφέας περιγράφει πώς συμβαίνει αυτό, και μένει εκεί. Δεδομένης της γενικής προβληματικής, η μόνη εφικτή εξήγηση δε μπορεί παρά να είναι ταυτολογική: η επανάσταση απέτυχε γιατί δεν πήγε παραπέρα. Λέγοντας αυτό δε λέμε τίποτα για την πραγματικά υπαρκτή αποτυχία μιας πραγματικά υπαρκτής επανάστασης. “Σ’ αυτήν τη συγκυρία, η δημοκρατία και οι σοσιαλδημοκράτες ήταν απαραίτητοι στον γερμανικό καπιταλισμό προκειμένου να εξουδετερώσει το πνεύμα της εξέγερσης στις εκλογικές κάλπες, παραχωρώντας εκ μέρους των αφεντικών μια σειρά μεταρρυθμίσεων, και απομονώνοντας τους επαναστάτες”. Όμως η σχέση αυτής της δραστηριότητας της καπιταλιστικής τάξης και της σοσιαλδημοκρατίας με το ιστορικό περιεχόμενο της ίδιας της επανάστασης, που είναι το μόνο από το οποίο μπορούμε να μάθουμε γιατί “τα κατάφεραν”, δεν εξηγείται· εδώ βρίσκεται το αναγκαστικά τυφλό σημείο αυτής της προβληματικής.

Στην ενότητα για την Ισπανία τα αδιέξοδα αυτής της προβληματικής ωθούνται στο μη περαιτέρω. Ο Ντωβέ περιγράφει με ακρίβεια την αντεπανάσταση (δεν έχουμε διαφωνίες ως προς αυτό), όμως μιλά για την επανάσταση μόνο στη βάση του τι δεν έκανε σε σχέση με αυτό που θα μπορούσε να κάνει, καθώς και ως μια διαδοχή “μοιραίων λαθών”.

“Αφότου τσάκισαν τις δυνάμεις της αντίδρασης σε μια σειρά από πόλεις, οι εργάτες είχαν την εξουσία. Όμως, τι σκόπευαν να την κάνουν; Θα έπρεπε άραγε να την δώσουν πίσω στο δημοκρατικό κράτος, ή να τη χρησιμοποιήσουν για να προχωρήσουν προς μια κομμουνιστική κατεύθυνση;”

Γνωρίζουμε την απάντηση, και ο Ντωβέ εξηγεί με πολλές λεπτομέρειες το “μοιραίο λάθος” των Ισπανών επαναστατών που απέτυχαν να επιτεθούν στη νόμιμη κυβέρνηση και το κράτος. Όμως γιατί υπέπεσαν σε αυτό το λάθος; Μήπως αυτό το λάθος ήταν αλληλένδετο με την ίδια τη φύση της “προλεταριακής επίθεσης”; (Σίγουρα ήταν μοιραίο. Αυτό που δεν είναι σίγουρο είναι το αν μπορούμε να μιλάμε για λάθος). Αυτά είναι πραγματικά ερωτήματα, τα οποία αυτή η προβληματική δε μπορεί να θίξει. “Το Μάη του 1937, οι εργάτες είχαν ακόμη την ικανότητα να εξεγερθούν ενάντια στο κράτος (που είχε πάρει αυτή τη φορά τη δημοκρατική του μορφή), αλλά δεν μπορούσαν πλέον να ωθήσουν τους αγώνες τους προς ένα σημείο ανοιχτής ρήξης.” Συνεπώς αυτή η ικανότητα υπήρχε τον Ιούλη του 1936. Για τον Ντωβέ οι μάζες “εξαπατήθηκαν” από τη CNT και το POUM, που φοβόντουσαν μήπως αποξενωθούν από το κράτος:

“Από τη στιγμή που αποδέχτηκαν τη διαμεσολάβηση των “αντιπροσωπευτικών οργανώσεων” και των μεσολαβητικών συμβουλίων του POUM και της CNT, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι που είχαν νικήσει τον φασιστικό στρατό τον Ιούλη του 1936 παραδόθηκαν αμαχητί στη Δημοκρατική Αστυνομία τον Μάη του 1937.”

Αν ακολουθήσουμε αυτή την ερμηνεία, οι Ισπανοί προλετάριοι ήταν ηλίθιοι. Είναι εξωφρενικό να γράφει κανείς φράσεις όπως “οι μάζες εμπιστεύτηκαν”, “μοιραίο λάθος”, “οι προλετάριοι, πεπεισμένοι ότι είχαν πραγματική δύναμη”, “αποδέχτηκαν τη διαμεσολάβηση…”, χωρίς ούτε μια στιγμή αμφιβολίας, χωρίς μια ερώτηση όπως: γιατί τα κατάφεραν; Γιατί εμπιστεύτηκαν; Γιατί συνέβη αυτό το λάθος; Γιατί υπήρχαν αυτές οι πεποιθήσεις; Αν αυτές οι ερωτήσεις δεν αναδύονται ούτε για μια στιγμή, το δίχως άλλο εμείς οφείλουμε να ρωτήσουμε γιατί συμβαίνει αυτό.

Το ζήτημα είναι ότι στο κείμενο το προλεταριάτο είναι εκ φύσεως επαναστατικό, ή ακόμα καλύτερα, κομμουνιστικό. Θεωρείται δεδομένο ότι η ιστορία είναι η ιστορία του διαχωρισμού ανθρώπου και κοινωνίας· όσο για τους προλετάριους, είναι “εμπορευματοποιημένα όντα που ούτε μπορούν ούτε θέλουν να υπάρχουν ως εμπορεύματα, και των οποίων η εξέγερση διαρρηγνύει την καπιταλιστική λογική”. Οι προλετάριοι είναι, καθαυτοί, αντιφατικά όντα. Ως τέτοια φέρουν την κοινότητα – τον κομμουνισμό – μέσα τους. Συνεπάγεται πως όταν αποτυγχάνουν να κάνουν την επανάσταση, αυτό σημαίνει είτε ότι κάνουν λάθος, είτε ότι έχουν εξαπατηθεί. Συνεπώς, αυτό που δε μπόρεσε να συμβεί μεταβάλλεται στην εξήγηση αυτού που συνέβη πραγματικά.

Τυποποιημένες φράσεις όπως “εμπορευματοποιημένα όντα, κτλ.”, αφήνουν στο σκοτάδι θεωρητικά ερωτήματα, μεγάλης δυσκολίας και ύψιστης σημασίας.  Οι προλετάριοι αποτελούν την καρδιά μιας εσωτερικής αντίφασης, της οποίας ο ένας πόλος μένει αφανής και θεωρείται δεδομένος: από τη μια είναι εμπορεύματα, όμως στο όνομα τίνος δε θέλουνε να παραμείνουν εμπορεύματα; Στοιχειώδες: είναι άνθρωποι. Ο κοινωνικός ορισμός του προλεταριάτου σε έναν ορισμένο τρόπο παραγωγής δίνει τη θέση του σε έναν υβριδικό ορισμό: εμπόρευμα και άνθρωπος. Όμως ποιος είναι λοιπόν αυτός ο άνθρωπος, ο οποίος δεν είναι το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων δια των οποίων είναι απλώς ένα εμπόρευμα;

Από τη στιγμή που η επαναστατική φύση του προλεταριάτου συντάσσεται ως αυτή η αντιφατική υβριδική διασταύρωση ανθρώπου και εμπορεύματος, η ιστορία της ταξικής πάλης – και ακριβέστερα η ιστορία της επανάστασης και του κομμουνισμού – εξαφανίζεται. Ο κομμουνισμός εγγράφεται μια για πάντα στη φύση του προλεταριάτου. Το ότι το προλεταριάτο ούτε μπορεί, ούτε θέλει να παραμείνει αυτό που είναι, δεν αποτελεί μια αντίφαση εγγενή στην ουσία του, στο είναι του, αλλά μάλλον την ενεργό πραγματικότητα [actuality] της αντιφατικής του σχέσης με το κεφάλαιο σε έναν ιστορικά προσδιορισμένο τρόπο παραγωγής. Η σχέση του με το κεφάλαιο και το ειδικό εμπόρευμα που είναι η εργατική δύναμη είναι μια σχέση εκμετάλλευσης, που είναι η επαναστατική σχέση. Όταν το ζήτημα τίθεται έτσι, είναι κατ’ ανάγκη ιστορία: η ιστορία αυτής της αντίφασης. Η ταξική πάλη στη Βαρκελώνη τον Μάη του 1937 δεν ήταν ένα κίνημα του κομμουνισμού εν γένει (ακόμα και μέσα σε συγκεκριμένες συνθήκες) που απέτυχε για λόγους που δε θα μάθουμε ποτέ· ήταν μάλλον η επανάσταση όπως αυτή υπήρξε πραγματικά, δηλαδή, ως η κατάφαση του προλεταριάτου που αντλεί τη δύναμή του και το περιεχόμενο της αυτονομίας του από την ίδια του τη συνθήκη μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Τα “λάθη” τώρα εμφανίζονται ως αυτό που είναι, εσωτερικά όρια, στο βαθμό που η επανάσταση συνεπάγεται τη δική της αντεπανάσταση. Η κατάφαση της αυτονομίας του προλεταριάτου συνεπάγεται την κατάφαση αυτού που είναι [το προλεταριάτο] μέσα στο κεφάλαιο· εκεί βρίσκει τη δύναμη και το raison d´être της δράσης του, ενώ ταυτόχρονα παράγεται ο ουσιώδης δεσμός ανάμεσα σε αυτή τη δράση και την αντεπανάσταση.

Η κατάφαση μιας “α-ταξικής”, “κοινοτιστικής” διάστασης του προλεταριάτου προκύπτει απλά από μια φτωχή κατανόηση μιας περιόδου της ταξικής πάλης (μέχρι και τη δεκαετία του 1840), και όχι από την ίδια την επαναστατική φύση του προλεταριάτου. Όμως, αυτή η φτωχή κατανόηση επιτρέπει στους υπέρμαχούς της να συγκροτήσουν το προλεταριάτο ως μια φιγούρα ανθρωπότητας, ως μια αναπαράσταση μιας προϋπάρχουσας αντίφασης. Ο κομμουνισμός προϋποτίθεται ως ένταση, ως τάση, που εναντιώνεται στο κεφάλαιο από τις απαρχές του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και αποσκοπεί στο να τον κάνει να εκραγεί. Αυτό είναι κάτι διαφορετικό από το να δεχόμαστε ότι ο κομμουνισμός είναι η κίνηση που καταργεί τις υπάρχουσες συνθήκες, δηλαδή ότι είναι η κίνηση της εσωτερικής αντίφασης αυτών των συνθηκών. Επιπλέον, όταν προσδίδεται στο προλεταριάτο αυτή η διάσταση, το αποτέλεσμα είναι να παύει να είναι πλέον στ’ αλήθεια αναγκαία η ιστορική διαδικασία της ταξικής πάλης σε σχέση με την επανάσταση: γίνεται απλά μια διαδικασία πραγμάτωσης. Έτσι και μέσα στην ανάλυση, η αντίφαση ανάμεσα σε κομμουνισμό και κεφάλαιο έρχεται και αντικαθιστά την αντίφαση ανάμεσα σε προλεταριάτο και κεφάλαιο.

Αν επιστρέψουμε πίσω στην πορεία του Ισπανικού εμφυλίου όπως περιγράφεται στο κείμενο, αυτό που μας τραβά την προσοχή είναι η χρήση της υποτακτικής έγκλισης και του υποθετικού λόγου: “Η επέκταση της επανάστασης και σε περιοχές πέραν του δημοκρατικού ελέγχου ωστόσο, θα σήμαινε ότι η επανάσταση πρέπει να ολοκληρωθεί και μέσα στις περιοχές υπό δημοκρατικό έλεγχο”. Αυτό που δεν συνέβη είναι πάντα η εξήγηση αυτού που πραγματικά συμβαίνει. “Όμως ακόμα κι ο Ντουρρούτι δε φαινόταν να αντιλαμβάνεται ότι το κράτος παρέμενε παντού ανέπαφο.” Όλα διαδραματίζονται λες και υπάρχει ένα τεράστιο θερμόμετρο με μια κλίμακα στην κορυφή της οποίας είναι η Κομμουνιστική Επανάσταση (η ανθρώπινη κοινότητα). Βάζουμε το θερμόμετρο στο ευαίσθητο σημείο των γεγονότων και παρατηρούμε πόσο ανέβηκε ο υδράργυρος. Έπειτα, εξηγούμε ότι ο υδράργυρος ανέβηκε όσο ανέβηκε επειδή απέτυχε να ανεβεί περισσότερο.

Ωστόσο, “ο Ντουρρούτι και οι σύντροφοί του ενσάρκωναν μια ενέργεια η οποία δεν περίμενε το 1936 για την έφοδό της στον κόσμο.” Η “προλεταριακή ενέργεια” έχει ένα πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτή την εκδοχή της ιστορίας: είναι αυτό που κάνει τον υδράργυρο να ανεβαίνει. Είναι, όπως στην παλιά φυσική, μια από αυτές τις μη-περιγράψιμες δυνάμεις που είναι εντέλει γεμάτες ταυτολογίες. Ας σημειώσουμε εν τάχει ότι η “ενέργεια” αυτή “ενσωματώνεται”, όπως η “ορμή”. Εντέλει, χωρίς να εξηγεί γιατί η Ισπανική επανάσταση απέτυχε να προχωρήσει παραπέρα, καθώς και ποια είναι η ουσιώδης σχέση της με την αντεπανάσταση, ο Ντωβέ συσσωρεύει όλα τα σχετικά “πως”, χωρίς όμως να μας δίνει ούτε καν τις απαρχές μιας εξήγησης· το κάνει μόνο χρησιμοποιώντας υποθετικό λόγο, με το τι θα έπρεπε να είχε γίνει να αποτελεί την υπόθεση[2]:

“η διακηρύξη άμεσης και άνευ όρων ανεξαρτησίας για το ισπανικό Μαρόκκο θα είχαν φέρει, τουλάχιστον, απογοήτευση και οργή στα τάγματα εφόδου των αντιδραστικών.”

“Προκειμένου να σταθεροποιηθεί και να επεκταθεί, οι μετασχηματισμοί χωρίς τους οποίους η επανάσταση θα κατέληγε ένα άδειο κέλυφος, έπρεπε να τεθούν ανταγωνιστικά προς ένα κράτος που σαφέστατα αντιλαμβανόταν ως αντίπαλος. ”

“Το πρόβλημα ήταν ότι, μετά τον Ιούλη του 1936, η δυαδική εξουσία υπήρχε μόνο εξ όψεως. Όχι μόνο οι θεσμοί της προλεταριακής εξουσίας που είχαν γεννηθεί από την εξέγερση, κι αυτά που αμέσως μετά προέκυψαν μέσ’ απ’ τις κοινωνικοποιήσεις, ανέχθηκαν το κράτος, αλλά παρέδωσαν και στο κράτος την αρμοδιότητα του αντιφασιστικού αγώνα, λες και ήταν έστω τακτικά αναγκαίο να περάσει μέσα από το κράτος ο αγώνας για τη συντριβή του Φράνκο.

Τα κομμουνιστικά μέτρα θα μπορούσαν να υποσκάψουν την κοινωνική βάση και των δυο κρατών (του Δημοκρατικού και του Εθνικιστικού), μόνο μέσα από μια επίλυση του αγροτικού ζητήματος: στα 1930, περισσότερο απ’ το ήμισυ του πληθυσμού λιμοκτονούσε. Μια ανατρεπτική δύναμη προέκυψε, φέρνοντας στο προσκήνιο τα πιο καταπιεσμένα στρώματα, αυτά που ήταν πιο μακριά απ’ την “πολιτική” (πχ οι γυναίκες), αλλά δεν κατάφερε να συνεχίσει μέχρι τέλους, ξεριζώνοντας ολόκληρο το σύστημα απ’ τα θεμέλια. ”

Γιατί; Για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα θα πρέπει η επανάσταση να οριστεί διαφορετικά από “επαναστατική ορμή”, “επαναστατικό δυναμικό” ή “ματαιωθείσα επανάσταση”. Η αντίφαση ανάμεσα σε προλεταριάτο και κεφάλαιο θα πρέπει να θεωρεί ως μια σχέση αμοιβαίας συνεπαγωγής, και η επανάσταση και ο κομμουνισμός ως ιστορικά προϊόντα – και όχι ως αποτελέσματα της φύσης μιας επαναστατικής τάξης που ορίζεται ως τέτοια άπαξ δια παντός.

Για τον Ντωβέ η γερμανική επανάσταση, όπως και η ρωσική και η ισπανική, αποτελούν τεκμήρια για την ύπαρξη “ενός κομμουνιστικού κινήματος που ξαναπλάθει ολόκληρη την κοινωνία”. Όμως είναι ακριβώς η φύση αυτού του κομμουνιστικού κινήματος, σε αυτή τη συγκεκριμένη συγκυρία στην ιστορία της αντίφασης ανάμεσα σε προλεταριάτο και κεφάλαιο, που πρέπει να οριστεί αν θέλουμε να καταλάβουμε τα όριά του και τη σχέση του με την αντεπανάσταση χωρίς να το ανάγουμε σε αυτό που θα όφειλε να πράξει και σε ό,τι δεν ήταν. Παρά ταύτα ο συγγραφέας μάς παρέχει μια εξήγηση των ορίων της επανάστασης, όμως χωρίς να φαίνεται να δίνει ιδιαίτερη σημασία σε αυτή:

“Ο ισπανικός εμφύλιος απέδειξε ταυτόχρονα το επαναστατικό σθένος που δίνουν οι κοινοτικοί δεσμοί και οι μορφές που είχαν διαβρωθεί απ’ το κεφάλαιο αλλά δεν αναπαράγονταν ακόμη καθημερινά για λογαριασμό του, αλλά επίσης και την αδυναμία τους να φέρουν από μόνοι τους την επανάσταση. Η απουσία μιας επίθεσης ενάντια στο κράτος καταδίκασε την εγκαθίδρυση διαφόρων σχέσεων σε μια αποσπασματική αυτοδιαχείριση που διατηρούσε το περιεχόμενο και συχνά ακόμα και την μορφή του καπιταλισμού, κατά κύριο λόγο το χρήμα και τον καταμερισμό των δραστηριοτήτων ανά κάθε επιχείρηση. ”

Όμως αν είναι ακριβώς αυτοί οι δεσμοί και αυτές οι μορφές που απέτρεψαν την “επίθεση”; Και αν αυτό δεν ήταν παρά μια ειδική μορφή κατάφασης του προλεταριάτου; Ο Ντωβέ δε θέτει στον εαυτό του τέτοιου τύπου ερωτήματα, επειδή για αυτόν οι συγκεκριμένες συνθήκες είναι πάντα συνθήκες σε σχέση με αυτό που πρέπει να κάνει η επανάσταση, και όχι η ίδια η μορφή της επανάστασης σε μια δεδομένη στιγμή. Σε αυτό το σύντομο αλλά πολύ ενδιαφέρον απόσπασμα αδυνατεί να ξεφύγει από μια προβληματική αντικειμενικών συνθηκών / επαναστατικής φύσης. Αυτές οι συγκεκριμένες συνθήκες που μας κάνει ο Ντωβέ να προσέξουμε είναι ακριβώς εκείνες που θα έπρεπε να παράξουν μια επίθεση ενάντια στο κράτος. Κατά συνέπεια, αυτή η εξήγηση των ορίων που μας δίνεται εδώ δεν παίζει κανένα ρόλο μέσα στη γενική επιχειρηματολογία. Αν έπαιζε ένα ρόλο, ο Ντωβέ θα είχε αναγκαστεί να προσδιορίσει ιστορικά αυτό το “επαναστατικό σθένος”, την “επαναστατική ορμή”, και δε θα μπορούσε να μιλά άλλο για “ματαιωθείσα επανάσταση” ή για “κομμουνιστικές δυνατότητες”. Δε θα μπορούσε πια να εξηγεί ό,τι συνέβη διαμέσου αυτού που δε συνέβη, και όλες οι εκφράσεις τύπου “θα μπορούσε να είχε συμβεί” θα έπαυαν να έχουν νόημα. Όπως έχουν τα πράγματα, αρκείται να αντιπαραθέτει μια α-ιστορική εικόνα της επανάστασης και του κομμουνισμού με τις συνθήκες που πρέπει να της δώσουνε μορφή, ένα σχήμα. Με αυτό τον τρόπο αναδιπλασιάζεται η ιστορία της ταξικής πάλης: από τη μια έχουμε την κομμουνιστική αρχή, την ορμή ή την επαναστατική ενέργεια που εμψυχώνει το προλεταριάτο, μια υπερβατική ιστορία, και από την άλλη έχουμε την περιορισμένη εκδήλωση αυτής της ενέργειας, και μια ιστορία ανεκδοτολογικού τύπου. Ανάμεσα σε αυτές τις δυο όψεις υπάρχει μια ιεραρχία. Η υπερβατική ιστορία είναι η ‘πραγματική’, η δε πραγματική ιστορία με όλα της τα όρια είναι μια τυχηματική μορφή της πρώτης, σε βαθμό μάλιστα που η πρώτη να αποτελεί το μέτρο σύγκρισης της δεύτερης.

Δύσκολα θα μπορούσε να φέρει κανείς αντιρρήσεις στην παρατήρηση του Ντωβέ για τις συνθήκες των κοινωνικών σχέσεων στην Ισπανία του 1930, όμως είτε ήταν εφικτό να συμβούν όλα όσα κατά τον Ντωβέ θα έπρεπε να γίνουν [για να πραγματοποιηθεί η επανάσταση], είτε δεν ήταν εφικτό να συμβούν· σε αυτή την περίπτωση οι υποθέσεις του Ντωβέ χάνουν κάθε ορθολογική σημασία. Αυτή η κατάσταση θα μπορούσε να ξεπεραστεί αν η επαναστατική ορμή ήταν τέτοια που προϋποθέτει στην ανάλυσή του. Όμως αν είχαμε να κάνουμε με έναν προγραμματικό αγώνα, μια τέτοια κατάσταση (οι κοινοτιστικοί δεσμοί) θα αποτελούσε υλικό που ο αγώνας αναδιοργανώνει σύμφωνα με τη φύση του.

Θα μπορούσε να θεωρήσει κανείς ότι αυτό το ιστορικό κείμενο στο σύνολό του δεν αποτελεί παρά μια εργασία αναστοχασμού πάνω στο τι μπορεί και τι πρέπει να είναι η επανάσταση σήμερα. Όμως το πρόβλημα με τον Ντωβέ είναι ότι παρουσιάζει αυτόν τον προβληματισμό με έναν αιώνιο, αχρονικό τρόπο· σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που αν και τελειώνοντας το κείμενο γνωρίζουμε περισσότερα, παρά ταύτα δεν έχουμε προχωρήσει ούτε λίγο ως προς το ουσιώδες ερώτημα: πώς μπορεί να είναι σήμερα η επανάσταση αυτό που δεν ήταν στο παρελθόν;

Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι: συμφωνούμε πλήρως με την αλληλουχία γεγονότων που παραθέτει ο Ντωβέ, τόσο ως προς τη Γερμανία όσο και ως προς την Ισπανία (έχουμε κάποιους ενδοιασμούς αναφορικά με τη Ρωσία). Ο τρόπος που αντιλαμβάνεται την κομμουνιστική επανάσταση συμπίπτει πλήρως με τον δικό μας ως προς το περιεχόμενό της και τα κομμουνιστικά μέτρα, τη σύλληψή της ως κομμουνιστικοποίηση και όχι ως κάτι που συμβαίνει πριν την κομμουνιστικοποίηση. Εκεί που διαφωνούμε βαθύτατα είναι στη σύλληψη της πορείας της ταξικής πάλης ως της αντιπαράθεσης μιας δεδομένης, γνωστής, κομμουνιστικής αρχής και της έκφρασης αυτής της αρχής με έναν μερικό, συγχυσμένο ή ματαιωμένο τρόπο. Δεν έχουμε να κάνουμε με ένα ζήτημα μεθόδου ιστορικής ανάλυσης· δεν πρόκειται για ένα καβγαδάκι ανάμεσα σε φιλοσόφους της ιστορίας. Η μέθοδος του Ντωβέ καθιστά αδύνατη τη σύλληψη του ξεπεράσματος του προγραμματισμού, της επανάστασης ως κατάφασης του προλεταριάτου. Η κομμουνιστική επανάσταση όπως τη συλλαμβάνουμε επί του παρόντος, όπως παρουσιάζεται σε αυτόν τον κύκλο αγώνων, για τον Ντωβέ υπάρχει ήδη (περιορισμένη, ματαιωμένη, με λάθη και αυταπάτες, κτλ.) στη ρωσική, τη γερμανική και την ισπανική επανάσταση. Έτσι ακόμη κι όταν λέμε ότι συμφωνούμε με τη σύλληψη της επανάστασης που μάς δίνεται στο τέλος της μπροσούρας, αυτό συμβαίνει επειδή ο Ντωβέ δε μπορεί να δει ότι αυτή η επανάσταση δεν είναι, δεν είναι πια, η επανάσταση της Ρωσίας, της Γερμανίας, της Ισπανίας. Εκείνες ήταν επαναστάσεις ενός κύκλου αγώνων όπου το προλεταριάτο μπορούσε να καταφάσκει τον εαυτό του· σήμερα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η σύγχυση αυτή δεν είναι χωρίς επιπτώσεις για μια θεωρία που αναφέρεται στην τωρινή κατάσταση της σχέσης ανάμεσα σε προλεταριάτο και κεφάλαιο, στην κατανόηση των τωρινών αγώνων, και στην επανάσταση ως παραγόμενο ξεπέρασμα αυτού του κύκλου αγώνων. Δηλαδή, [δεν είναι χωρίς επιπτώσεις] για τον τρόπο με τον οποίο φτάνει κανείς να αντιμετωπίζει αυτούς τους αγώνες ως πραγματικά παραγωγούς του ίδιου τους του ξεπεράσματος (πρακτικά και θεωρητικά), και όχι ως γεγονότα που πρέπει να κριθούν σε σχέση με αυτό το ξεπέρασμα που τίθεται ήδη ως νόρμα. Η ιστορία της ταξικής πάλης δεν είναι πραγμάτωση – είναι παραγωγή.

______________________


[2] Ο υποθετικός λόγος αποτελείται από την υπόθεση και την απόδοση.

1 Response to “Κανονιστική Ιστορία και Κομμουνιστική Ουσία του Προλεταριάτου – Théorie Communiste”



  1. 1 Ώρα Κοινής Ανησυχίας Trackback on 21/07/2015 at 23:25
Comments are currently closed.




%d bloggers like this: